• Nenhum resultado encontrado

Stin Idia Polh Ypo Vroxi - Paco Ignacio Taibo II

N/A
N/A
Protected

Academic year: 2021

Share "Stin Idia Polh Ypo Vroxi - Paco Ignacio Taibo II"

Copied!
106
0
0

Texto

(1)

PACO IGNACIO

(2)
(3)

Του ίδιου στις Εκδόσεις « "Αγρα » Η ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ Μετάφραση Κικής Καψαμπέλη 1996 Η ΖΩΗ Η ΙΔΙΑ Μετάφραση Κικής Καψαμπέλη 1997 ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΤΟΥ ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ Μετάφραση "Εφης Γιαννόπουλου 1999 ΧΩΡΙΣ ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ Μετάφραση "Εφης Γιαννόπουλου 2000 ΚΑΙ ΣΑΝ ΣΚΙΕΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΜΕ Μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου 2005 ΑΝΗΣΥΧΟΙ ΝΕΚΡΟΙ (ΚΙ Ο,ΤΙ ΛΕΙΠΕΙ, ΛΕΙΠΕΙ) [γραμμένο μέ τον ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΤΗ ΜΑΡΚΟΣ] Μετάφραση Βασιλικής Κνήτου-Κρίτωνα 'Ηλιόπουλου Συνέκδοση με τις 'Εκδόσεις Κέδρος 2005 ΜΕ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΕΡΙΑ Μετάφραση Κρίτωνα 'Ηλιόπουλου 2006 Ε τ ο ι μ ά ζ ε τ α ι ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

"Τ Α \

PACO IGNACIO ΤΑΙΒΟ II

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΟΛΗ

ΥΠΟ ΒΡΟΧΗ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΙΣΠΑΝΙΚΑ ( ΜΕΞΙΚΟ ) ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

j Β ι Κ Ε Λ Α 1

h

! ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

\\2£&m

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

(4)

Τίτλος πρωτοτύπου : REGRESO A LA MISMA CIL'DAD Y BAJO LA LLUVIA

ISBN 978-960-325-688-5 © Paco Ignacio Taibo II, 1989

για την ελληνική έκδοση © 2007, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ Α.Ε.

Φωκιανοΰ 7 - Στάδιο, 116 35 'Αθήνα Τηλ. 210.7011.461 - FAX 210.7018.649 http ://www. agra.gr, e-mail : [email protected]

Κάθε εξέγερση θα σε κάνει πιο μοναχικό.

CÉSAR DÂVILA ANDRADE

(5)

Για τον συνάδελφο Ρότζερ Σάιμον ή Ροχέλιο Σιμόν, πού συμπεριλάμβανε τους Λαίηκερς με­ ταξύ των γνωστών θρησκειών και έβαλε τον Μόζες Ούάιν στο δρόμο μου. Για τον συνάδελφο Άντρέου Μαρτίν, πού φαίνε­ ται πώς απολαμβάνει τη ζωή δπως κι έγώ. Για τον συνάδελφο Πέρες Βαλέρο, πού άπ'δ,τι φαίνεται υποφέρει δπως κι έγώ. Για τον συνάδελφο Ντικ Λόκτε, πού δάνεισε το δνομά του σ'ενα πρόσωπο. Για τους συναδέλφους Ρδς Τόμας και Τζο Γκόρς, πού θα εμφανιστούν ώς ιδιοκτήτες πορ­ νείου στην Τιχουάνα σε ένα προσεχές μυθιστό­ ρημα. Σέ δλους αυτούς, τους φίλους μου, αφιερώνω τοϋτο το μυθιστόρημα σέ αντάλλαγμα για τα δι­ κά τους μυθιστορήματα, με τήν ευγνωμοσύνη του αναγνώστη. [ 9

(6)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ TOT ΣΤΓΓΡΑΦΕΑ Μή με ρωτήσετε πότε και πώς ξαναζωντάνεψε δ "Εκτορ Μπε-λασκοαράν Σάυν. Λεν ξέρω την απάντηση. Θυμάμαι 'ότι στην τελευταία σελίδα τον Χωρίς αίσιο τέλος1 ή βροχή έπεφτε επά­ νω στο γαζωμένο από τις σφαίρες πτώμα του. Ή εμφάνιση του, ωστόσο, σε τούτες τις σελίδες είναι κά­ τι μαγικό. Μάλλον είναι λευκή μαγεία, σίγουρα όμως είναι πα­ ράλογη και δεν σέβεται καθόλου το επάγγελμα όσων γράφουν αστυνομικές σειρές. Δεν φταίω μονάχα εγώ για τή μαγεία. Προέρχεται από τις πολιτιστικές παραδόσεις μιας χώρας με πάμπολλες επι­ στροφές στην ιστορία της. 'Εδώ επέστρεψε ο Βαμπίρ, εδώ επέστρεψε ό "Αγιος (στην κινηματογραφική τον εκδοχή), βγήκε μέχρι και ο Δεμέτριο Βαγιέχο από τή φυλακή, επέ­ στρεψε και δ Μπενίτο Χονάρες από το Πάσο δελ Νόρτε.. ? ΣΗΜΕΙΩΣΗ Όλες οί υποσημειώσεις είναι του μεταφραστή. 1. Μτφρ. "Εφης Γιαννόπουλου, 'Άγρα, 2000. 2. Demetrio Vallejo (1910-1985): Συνδικαλιστής των σιδηροδρο­ μικών, ηγήθηκε των μεγάλων απεργιών. Ό Benito Juarez ( 1806-1872 ), πού καταγόταν από 'ιθαγενείς, έγινε Πρόεδρος του Μεξικού και συγκρούστηκε με τήν αποικιοκρατία. Εξορίστηκε στο Πάσο δέλ Νόρτε ( σήμερα Σιουδάδ Χουάρες ) δταν γαλλικά στρατεύματα εισέβαλαν στο Μεξικό τό 1862 για να επιβάλουν τον Μαξιμιλιανο ώς αυτοκράτορα. Επέστρεψε νικητής το 1867. [ ι ι ]

(7)

Συγκεκριμένα, ετούτη ή επιστροφή τον Μπελασκοαραν ξε­ κίνησε πριν άπα δύο χρόνια στην πόλη Σακατέκας σε μια διά-λεξη. Το κοινό απαίτησε να γίνει ψηφοφορία για να ξαναγυρί­ σει στη ζωή δ ντετέκτιβ. "Εγινε, και ή απόφαση ήταν σχεδόν ομόφωνη (παρά μία ψήφο). Το γεγονός έμελλε να επαναληφθεί από τότε αρκετές φορές, με διάφορα ακροατήρια, σε διάφορες πόλεις. Οι ψηφοφορίες συνοδεύτηκαν από αρκετές επιστολές. Φαινόταν πώς δ ήρωας δεν είχε το τέλος πού θα άρεσε στους αναγνώστες του και δ συγγραφέας σκέφτηκε δτι είχε ακόμα να αφηγηθεί κι άλλες ιστορίες από το θρύλο Μπελασκοαραν. Κι έτσι γεννήθηκε τούτο το μυθιστόρημα, πού εάν έχει κάποια αξία, οφείλεται στο δτι γράφτηκε με ακόμα περισσότερους δι­ σταγμούς από τους παραπάνω. "Ας θεωρηθούν λοιπόν oi ανα­ γνώστες από το Σακατέκας, πού ήρθαν σ εκείνη τή διάλεξη, εξίσου υπεύθυνοι μ' εμένα για τήν επιστροφή τον "Εκτορ. Δεν εχω καλύτερη εξήγηση. "Οπως πάντα είναι υποχρεωτικό να πούμε δτι ή παρούσα ιστορία ανήκει απολύτως στο χώρο τής μυθοπλασίας, μολονό­ τι ή χώρα εξακολουθεί να είναι ή ϊδια και ν' ανήκει στο χώρο τής εκπληκτικής πραγματικότητας. Πρέπει να προσθέσουμε δτι για τις ανάγκες τής αφήγησης, οί πραγματικοί χρόνοι έχουν ελαφρώς τροποποιηθεί. 'Ενώθηκαν οι φοιτητικές κινητοποιήσεις τον '87 με τήν κορύφωση τής προεκλογικής εκστρατείας του Κάρδενας τό '88, σ έναν φαντα­ στικό χρόνο πού θα μπορούσε να τοποθετηθεί στα τέλη τοϋ '87. ΠΙΤΠ Πόλη τοΰ Μεξικού, 1987-88-89 1. Ή μοναδική βιάση είναι τής καρδιάς SILVIO RODRIGUEZ « Πόσες φορές έχεις πεθάνει έσύ ; » (( Μ μ μ μ » εΐπε ή κοπέλα μέ τήν αλογοουρά και κού­ νησε αρνητικά το κεφάλι της. « Έ γ ώ π ο λ λ έ ς » . Ή κοπέλα πέρασε πάλι το δείκτη τοϋ χεριού της άπο τις ούλες πού σχημάτιζαν σχέδια στο στήθος του. Ό "Ε­ κτορ τής τράβηξε απαλά τό χέρι και περπάτησε γυμνός ως το παράθυρο. Ή τ α ν μια πολύ κρύα νύχτα. Τ α τσι­ γάρα Δελικάδος μέ φίλτρο ήταν στο πρεβάζι. Πλησίασε σ ' ε ν α τσιγάρο τ ή φλόγα τοΰ αναπτήρα και κοίταξε τις πράσινες λάμψεις των φαναριών πού περνούσαν μέσα άπο τα δέντρα. « Ό χ ι , οχι οί ουλές. Δεν εννοώ αυτό. Λ έ ω να κοιμη­ θείς, να πέσεις για ύπνο και να πεθάνεις πάλι. Ε κ α τ ό , διακόσιες φορές μέσα σ ' ε ν α χρόνο. Να είσαι βέβαιος δτι μέ τον π ρ ώ τ ο ύπνο θα πεθάνεις άλλη μια φορά... Α υ τ ό εννοώ. Ή αναθεματισμένη π ρ ώ τ η σ τ ι γ μ ή τοΰ ύπνου δεν είναι ύπνος, εΐναι Ινας ακόμα θάνατος». « Πεθαίνεις μόνο μία φορά». « Α υ τ ό θα τό έχει π ε ι ό Τ ζ έ η μ ς Μπόντ. Πεθαίνεις [ 13 ]

(8)

πολλές φορές. Γαμώτο, ξέρω τί σου λέω... Μερικές φο­ ρές θα ήθελα να μπορώ να κοιμηθώ με ανοιχτά τα μά­ τια, για να μην πεθάνω. *Αν κοιμάσαι μέ ανοιχτά τα μά­ τια, ποτέ δέν θα μπορέσεις να πεθάνεις ». (( Οι νεκροί μένουν μέ τα μάτια ανοιχτά » είπε ή κο­ πέλα υστέρα άπο μια παύση, γυρνώντας του την πλάτη. Είχε στρογγυλά πισινά που έλαμπαν σαν το πράσινο τών απέναντι δέντρων. « Αυτοί οι νεκροί πεθαίνουν μόνο μία φορά. Ό χ ι . Ε ­ γώ εννοώ να πεθαίνεις πολλές φορές. Δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, τουλάχιστον ». « Πώς είναι ό δικός σου θάνατος ; » Ό Έ κ τ ο ρ έμεινε συλλογισμένος. Όταν ξαναμίλησε, ή κοπέλα μέ την αλογοουρά δέν μπορούσε νά δει το πρό­ σωπο του, άκουγε μόνο την παράξενα βραχνή φωνή μέ τήν οποία αφηγούνταν τήν Ιστορία του. «Δέν μπορείς ν'ανασάνεις. Νιώθεις φωτιά στο στο­ μάχι. Δέν μπορείς να κουνήσεις τά δάχτυλα του χεριού. Το πρόσωπο σου είναι μέσα στή λάσπη καί τα χείλια σου γεμάτα βρομόνερα. Τά κάνεις στο παντελόνι σου χωρίς νά μπορείς νά συγκρατηθείς. Το αΐμα τρέχει άπο τή μύτη σου κι ανακατεύεται μέ τά λασπόνερα... Βρέ­ χει ». « Τώρα ; » (( "Οχι. Όταν πεθαίνεις ». Ή κοπέλα έμεινε σιωπηλή για λίγο καί ήθελε νά κοι­ τάξει άλλου. Όμως υπήρχε μονάχα το φώς που έμπαι-[ ΐ4 ] νε άπο το παράθυρο καί φώτιζε τις ουλές στο στήθος του "Εκτορ. « Ο ι νεκροί δέν διηγούνται Ιστορίες». (( "Ετσι νομίζεις εσύ » είπε ό "Εκτορ δίχως νά τήν κοιτάξει. « Ο ι νεκροί δέν κάνουν έρωτα». « Γνωρίζω κι Ινα σωρό ζωντανούς πού δέν κάνουν. Τήν έχουν πατήσει, τους έχουν σέ δίαιτα». Ό "Εκτορ απομακρύνθηκε άπο το παράθυρο καί πέ­ ρασε μπροστά άπο το κρεβάτι. Ή κοπέλα γύρισε πάλι για νά τον δει καί ή αλογοουρά της στάθηκε ανάμεσα στα στήθη της. (( Θέλεις Ινα αναψυκτικό ; » ρώτησε ό "Εκτορ πηγαί­ νοντας στο διάδρομο προς τήν κουζίνα. Το κρύο δια­ πέρασε το κορμί του ανεβαίνοντας άπο τις πατούσες του. « Μπορείς νά φτιάξεις Ιναν καφέ χωρίς καφεΐνη ; » « Πολλά ζητάς». « Για Ιναν τύπο πού έχει πεθάνει τόσες φορές, Ινας καφές χωρίς καφείνη ΐσον πίπες ». (( "Α, οχι, μήν τά μπερδεύουμε. "Ενας καφές χωρίς κα­ φείνη είναι καφές χωρίς καφεΐνη καί ο'ι πίπες είναι πί­ πες. Ό καφές χωρίς καφεΐνη είναι σίγουρα πιο περίπλο­ κο πράγμα ». Ό "Εκτορ γύρισε μέ μια κόκα κόλα στο Ινα χέρι κι Ινα λεμόνι κομμένο στή μέση πού 'ισορροπούσε στά δά­ χτυλα τοΰ άλλου χεριού. Πήγε πάλι στο παράθυρο. [ ΐ5 ]

(9)

« Βρέχει » εΐπε ένώ έστυβε το λεμόνι, και κουνούσε ελαφρώς το ποτήρι για ν' ανακατευτεί. (( Πότε θα πεθάνεις ; » <( Τώρα οχι » είπε κι έκανε στην μπάντα για νά μην τον πετύχει κατακέφαλα το Ή ανθρώπινη κατάσταση του Μαλρώ, πού του πέταξε ή κοπέλα. Ό "Εκτορ χαμογέλασε. «Κάλυψε τη γύμνια σου, κυρία, θα σε παγώσει το αγιάζι ». "Ανοιξε το παράθυρο. Πράγματι, ένας παγωμένος αέ­ ρας έφερνε τη βροχή μέσα στο δωμάτιο. Μια μεγάλη σταγόνα τον πέτυχε στή μύτη και γλίστρησε πάνω στο μουστάκι του. "Ανοιξε το στόμα και τήν κατάπιε. « 'Ορίστε, λοιπόν » είπε το κορίτσι με τήν αλογοου­ ρά, χαμογελώντας. « Οι νεκροί δεν μπορούν να γευτούν τή βροχή ». «"Ισως έχεις δίκιο. Αρκεί να κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά και νά πείσεις τον Γιαπωνέζο πού έχω έδώ μέσα »" έδειξε το κεφάλι του με το δείκτη τοΰ χε­ ριού του, κάνοντας το διεθνές σινιάλο της αυτοκτο­ νίας. « Στο κεφάλι σου έχεις τον Κουασιμόδο. Και δλη τήν ώρα χτυπάει τις καμπάνες της Νοτρ Ντάμ ». « Και πηδάει τον Γιαπωνέζο συγκάτοικο του στην ταράτσα... Αλήθεια σοΰ λέω, μάλλον θα είναι ό Για­ πωνέζος πού ελέγχει τον ήχο και μοΰ φροντίζει τα τρανζίστορ ». [ ι6 ] « Ποτέ δεν έπρεπε νά ερωτευτώ Ιναν Μεξικάνο ντε-τέκτιβ ». (( Ποτέ δεν έπρεπε νά ερωτευτείς έναν νεκρό ». Ή κοπέλα άρχισε άξαφνα νά κλαίει. Σκεπάστηκε ως το σαγόνι για νά προστατευτεί άπό το κρύο και άπό τον μονόφθαλμο, αδύνατο και μουστακαλή ντετέκτιβ πού εΐχε μπροστά της, ό όποιος έκανε Ινα μορφασμό πού θα ήθελε νά είναι χαμόγελο αγάπης, δμως τοΰ βγήκε ή γκριμάτσα ενός τύπου πού δεν μπορεί νά κλάψει και κρυώνει. "Ηταν μόλις μία εβδομάδα πού είχε γυρίσει στο γρα­ φείο, δπου ξανάβρισκε τα παλιά έπιπλα και τους πα­ λιούς συντρόφους. ΤΗταν βέβαιος δτι ο'ι παλιές συνήθει­ ες είχαν τελειώσει. Α ν δεν άλλαξε τήν ταμπέλα της πόρτας, δπου έγραφε « Μπελασκοαράν Σάυν-Ντετέ­ κτιβ », ήταν γιατί ό Έ λ Γκάλλο ( ό Κόκορας ), και ό Κάρ­ λος Βάργας, οί συνένοικοί του στο γραφείο, απείλησαν ν'ανοίξουν ενα γραφείο ιδιωτικών ντετέκτιβ, άμεσως μό­ λις εκείνος αποσυρόταν. Αυτό τον συγκράτησε. Δεν μπο­ ρούσε ν'αναλάβει τήν ευθύνη για τον εαυτό του, πόσο μάλλον γιά τους άλλους. 'Επί εφτά ήμερες .περνούσε τήν είσοδο τοΰ κτιρίου, καθόταν στό παλιό του γραφείο, ξεσκό­ νιζε λίγο λίγο, διάβαζε εφημερίδες πού είχαν κυκλοφο­ ρήσει πριν άπό δύο χρόνια και άναβε ενα κερί στή μαμά τοΰ Σίγκμουντ Φρόυντ, παρακαλώντας νά μή χτυπήσει [ 17 ]

(10)

κανένας τήν πόρτα για να του προσφέρει δουλειά. ~Ηταν μια εβδομάδα γεμάτη παράνοια και φοβίες. 'Αγωνίες δί­ χως λόγο, που έρχονταν σαν τροπικές καταιγίδες και του γέμιζαν τα χέρια ιδρώτα, του μούδιαζαν τή ράχη, του τρυπούσαν τα μηνίγγια. Φοβίες τρομερές, σαν πη­ γάδια ανελκυστήρα σε ΰψος πενήντα ορόφων με μονα­ δικό πάτο τήν τρέλα. Φοβίες εναλλασσόμενες. Φοβίες δταν πήγαινε στην τουαλέτα, διασχίζοντας τόν μακρύ διάδρομο εξω άπό το γραφείο, δταν γυρνούσε τήν πλά­ τη στην πόρτα τής εισόδου, όταν άναβε το φως στο πα­ ράθυρο με το κορμί αντίκρυ στις σκιές του δρόμου, όταν απαντούσε στο τηλέφωνο και κουβέντιαζε με μια άγνω­ στη φωνή που τοΰ μιλούσε στον ενικό. Γι αυτό, ύστερα άπό εφτά ήμερες τρόμου πού τοΰ θύ­ μιζαν τήν παιδική ηλικία άλλων, αφού ή δική του ήταν ήρεμη και τρυφερή σαν να μεγάλωσε σε πουπουλένια φωλιά σπουργίτη, όταν χτύπησε το τηλέφωνο αναζήτη­ σε με το βλέμμα του κάποιον άπό τους συγκατοίκους του, παρόλο πού δεν ήταν κανένας εκεί. Κοίταξε τα ημε­ ρολόγια με τις τροφαντές καμπαρετζοΰδες και τις ξαν­ θιές στις διαφημίσεις μπίρας. Όμως οί κοπέλες άπό τις αφίσες τοΰ τοίχου αρνήθηκαν νά τον βοηθήσουν και νά σηκώσουν το τηλέφωνο. Δεν εΐχαν καμία διάθεση νά οπισθοδρομήσουν και νά αφήσουν τήν εικόνα τής δόξας στο ημερολόγιο τοίχου για νά επιστρέψουν στή δουλειά γραφείου άπ Οπου ξέφυγαν. « Όρίστε ; » ι8 « Τόν κύριο Μπελασκοαράν, παρακαλώ ». «Δεν εΐναι έδώ» είπε ό Έκτο ρ. «Δεν έρχεται πιά». « Ευχαριστώ » είπε ή φωνή με μια παράξενη προφο­ ρά, σέρνοντας κάπως το σίγμα. ΤΗταν γυναικεία φωνή. Φωνή σερβιτόρας σε εστιατόριο πολυτελείας πού απαγ­ γέλλει άψογα το μενού. "Αραγε ήταν Μεξικάνα ; Ή μή­ πως Βολιβιανή ; Περουβιανή ; (( Παρακαλώ » πρόσθεσε ό "Εκτορ κι έκλεισε άπαλα τό ακουστικό. "Υστερα άπό ενα τέταρτο τής ώρας, τό τηλέφωνο ξα­ ναχτύπησε. Ό "Εκτορ χαμογέλασε. (( Λέγετε ; » (( Θά ήθελα νά μιλήσω μαζί σας. Είστε ό κύριος πού μοΰ απάντησε πρωτύτερα, έτσι δεν είναι ; » « Ό κύριος πού σας απάντησε πρωτύτερα δεν εΐναι εδώ» είπε ό "Εκτορ. «Μόλις έφυγε. "Εχει αποσυρθεί. Πή­ γε στή γωνία για αναψυκτικό ». (( Και με τί ασχολείται τώρα ; » ρώτησε ή γυναίκα με Ινα γελάκι. «Με τόν βουδισμό. Διαλογισμός Ζέν. Πειραματική ανάλυση προβλημάτων τής περιβαλλοντικής μόλυνσης ». « Ευχαριστώ » είπε ή φωνή. (( Παρακαλώ » είπε ο "Εκτορ. Έκλεισε πάλι και πήγε ως τό χρηματοκιβώτιο, οπού φύλαγαν τά αναψυκτικά και τα πυροβόλα όπλα. Άπό πυ­ ροβόλα, δεν υπήρχε τίποτα. "Ενας σουγιάς με ελατήριο, [ ΐ9 ]

(11)

δύο κόκα κόλες βαθιάς παλαίωσης, μία συλλογή με πορνό φωτογραφίες, φωτογραφικά ντοκουμέντα άπο μια παλιά υ­ πόθεση που ό Χιλμπέρτο, ό υδραυλικός, τις φύλαγε σαν ά­ για λείψανα. Πήρε το σουγιά και τον έριξε στην τσέπη του. *Αν χρειαζόταν νά περάσει άπο ανιχνευτή μετάλλων, ή μηχανή θά τρελαινόταν άπο τή χαρά της. Έκτος άπο το σουγιά, θά χτυπούσε για το καρφί πού εΐχε στο μη­ ριαίο οστό και δεν θά το έβγαζε πια ποτέ, για ένα σα-ρανταπεντάρι αυτόματο στή θήκη της πλάτης και για ένα κοντόκανο τριανταοχτάρι στην τσέπη του παντελο­ νιού του. « Ό άνθρωπος άπο χάλυβα » σκέφτηκε. Φο­ ρητό μεταλλουργείο. Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. « Μπορούμε νά μιλήσουμε άπο κοντά ; » ρώτησε ή γυναίκα με προφορά... Περουβιάνικη ; Βολιβιάνικη ; Χι-λιάνικη; Μεξικάνικη; « Γνωριζόμαστε ; » « Έ γ ώ σας γνωρίζω λίγο». « Τί μάρκα σουτιέν χρησιμοποιείτε ; » « Γιατί ; » «Τίποτα, έτσι. Για νά δω αν γνωριζόμαστε» είπε ό Έκτορ παίζοντας με το σουγιά. «Μάλλον οχι, δμως». Έκλεισε πάλι το τηλέφωνο και έφυγε άπο το γρα­ φείο άφοΰ φόρεσε το μαύρο μπουφάν. Το τηλέφωνο άρχισε νά χτυπάει πάλι δταν έβγαινε άπο τήν πόρτα. [ 20 ] Τώρα, δσο ποτέ, διέθετε τήν παράλογη ικανότητα νά νιώθει έκτος τόπου, οπουδήποτε. Ήταν κάτι καινούρ­ γιο. Νά είσαι αιώνιος παρατηρητής, νά βρίσκεσαι διαρ­ κώς εξω. Όταν δεν είσαι ιδιοκτήτης τους, απολαμβάνεις τή θέα των τοπίων με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια. Εΐσαι ξένος με το πανόραμα, αδυνατείς νά αγγίξεις το έδαφος, νά αισθανθείς το απαλό αεράκι. Ή αίσθηση της αποξέ­ νωσης ήταν μόνιμη. Μια σκιά πού βάδιζε σε τοπία άλ­ λων ανθρώπων, ηθοποιός σε δανεική σκηνή και σέ λάθος παράσταση, πρωταγωνιστής καουμπόικης ταινίας σε ιταλική κωμωδία. Το κενό μπορούσε νά παρουσιαστεί οποιαδήποτε στιγμή και νά δυναμώσει ή φυσιολογική αίσθηση δτι βρισκόταν εκτός τόπου. Μπορούσε νά τοΰ συμβεί εξίσου στο σαλόνι τοΰ θεάτρου των Καλών Τε­ χνών στο διάλειμμα της όπερας, δπως και σ' ενα δείπνο των αποφοίτων της Prepa Uno1 της περιόδου '65-'67 ή σέ μιά έκθεση στρωμάτων στα καταστήματα Βάσκες, ή στην ούρα για τορτίγιες. Τά αντικείμενα βρίσκονταν εκεί, αυτός βρισκόταν έκεΐ, δμως δεν τοΰ άνηκε τίποτα. Κάποιος, κάποια στιγμή, θά ερχόταν νά τοΰ ζητήσει το εισιτήριο, τήν άδεια εισόδου, το διαβατήριο ή τήν κάρ­ τα έκπτωσης κι αυτός δεν θά είχε. Το συναίσθημα πώς είναι λαθρεπιβάτης στή ζωή τοΰ προξενούσε ιδιαίτερη αγωνία στα ασανσέρ και στά σοΰπερ μάρκετ. Ό Έκτορ δεν μπορούσε νά εξηγήσει το γιατί, 1. Prepa Popular, λαϊκό πανεπιστήμιο. [ 21

(12)

όμως έτσι ήταν ή πραγματικότητα. Ένιωθε δτι άπό τή μια στιγμή στην άλλη το ασανσέρ θα σταματήσει στον τρίτο Οροφο και θα του ζητήσουν ευγενικά να κατέβει. *Η οι αστυνομικοί τοϋ σούπερ μάρκετ θα του απαγόρευαν να περάσει άπο το ταμείο με το καροτσάκι του, γιατί ήταν άκυρα τα χαρτονομίσματα πού είχε για να πληρώσει. Ωστόσο ή εμμονή του δέν έδειχνε εξωτερικά συμ­ πτώματα, δεν του παραμόρφωνε το πρόσωπο, ούτε τοϋ κοκκίνιζε τα μάτια. Ό ταχυδρόμος, με το κίτρινο κράνος του κι ενα σωρό φακέλους στα χέρια, και ή καθαρίστρια με τον κουβά, δέν τοϋ έ'δωσαν τήν παραμικρή σημασία. Δέν τοϋ έριξαν οϋτε καν μια δεύτερη ματιά. "Ισως να τον έ'βλεπαν ακριβώς δπως τους έ'βλεπε κι αυτός και να μήν τους παραξένευε. Όλοι είμαστε ενα τσοΰρμο αμετανόη­ τοι λεπροί, δλοι είμαστε 'Αλαιν Ντελόν πού προσπαθούμε να μιμηθοΰμε ανεπιτυχώς τον Χόρχε Νεγρέτε. ' Κατέβηκε στον έκτο και προσπέρασε το γραφείο της εισόδου πηγαίνοντας κατευθείαν στο ταμείο. Ή ταμίας άργησε να τοϋ δώσει σημασία γιατί εΐχε πρόβλημα με το καλτσόν της πού εΐχε μπλέξει στο συρτάρι. Ό Έ κ τ ο ρ άναψε ενα τσιγάρο και χάζευε τους χειρισμούς της μέ το καλτσόν και το συρτάρι. (( "Αι » είπε τελικά όταν τα μάτια της συνάντησαν το βλέμμα του ντετέκτιβ. « Θέλετε τήν επιταγή σας; » 1. Ό Χόρχε Νεγρέτε ήταν διάσημος ηθοποιός καΐ τραγουδιστής απο το Γουαναχουάτο τοϋ Μεξικού στή δεκαετία τοϋ '50. [ 22 ] Ό "Εκτορ κούνησε καταφατικά το κεφάλι, αφήνοντας να διαφανεί ένα υπόλοιπο χαμόγελου. Ή κοπέλα κατά­ φερε τελικά νά ξεμπλέξει, βρήκε τήν επιταγή της ασφα­ λιστικής εταιρείας σ'ενα τεράστιο ντοσιέ και γύρισε πί­ σω στή θυρίδα της, πασχίζοντας νά κρύψει το κατε­ στραμμένο καλτσόν της μέ ενα βάδισμα λιγάκι παρτσα-κλό. Ό "Εκτορ υπέγραψε τα έντυπα, πήρε τήν επιταγή και βγήκε χωρίς νά ξανακοιτάξει τήν κοπέλα. Περιπλανήθηκε ανάμεσα στά μαγαζάκια της Ίν-σουρχέντες, πέρασε μέ κουρασμένο τρέξιμο τήν πλατει­ ούλα τοϋ μετρό και μπήκε στή λεωφόρο Τσαπουλτεπέκ απολαμβάνοντας μέ το υγιές του μάτι τις προσφορές της πόλης. Ή αθλιότητα έκανε λυσσώδη επίθεση, δπως πάντα πριν άπο τά Χριστούγεννα. Ή υποαπασχόληση ξεχείλιζε. Μια πλημμυρίδα Μεξικάνων, πού κυνηγούσαν πενταροδεκάρες μέ θλιμμένα και πυρετώδη μάτια, εφορ­ μούσαν παντοΰ. Τά χέρια πού ζητούσαν ελεημοσύνη ήταν περισσότερο ζαρωμένα, περισσότερο τρεμάμενα άπ'δ,τι συνήθως. Πώς νά σταθείς αλληλέγγυος σέ δλα αυτά, αναρωτήθηκε ό "Εκτορ. Πώς νά συνυπάρξεις μέ δλα αυτά χωρίς νά σαπίσεις άπο τή θλίψη, αναρωτήθη­ κε ξανά. Κάποτε, ή Έλίσα τοϋ είχε διαβάσει φωναχτά ενα κείμενο τοϋ Κορτάσαρ για το σταθμό τοϋ τρένου στο Νέο Δελχί. "Ενιωθε πάλι τήν αίσθηση πού τοϋ εί­ χε προξενήσει τότε το κείμενο, δτι δέν μπορείς νά ζή­ σεις σέ ορισμένες σκοτεινές ζώνες αύτοϋ τοϋ κόσμου δί­ χως νά γίνεις λίγο κυνικός και κάμποσο κάθαρμα. Ό [ 23

(13)

Κορτάσαρ είχε δίκιο. Για να μιλήσουμε τη γλώσσα της δεκαετίας τοϋ '50, δεν υπήρχε ειρηνική συνύπαρξη με το κομμάτι της κοινωνίας που γινόταν θρύψαλα, μ'εκείνη τήν άλλη σου πλευρά πού κατακρημνιζόταν. « Για έναν μονόφθαλμο θα έπρεπε νά είναι πιο εύκολο. 'Αρκούσε να κλείσει το ενα του μάτι » σκέφτηκε και δεν τόλμησε ούτε καν να χαμογελάσει με το καλαμπούρι του. Πέρασε άπό τήν Τσαπουλτεπέκ αναζητώντας λίγη ανακούφιση. Τή βρήκε σε ενα κιόσκι με λουκάνικα και σε ενα ταξιδιωτικό γραφείο, δύο σημεία πού τον έφερ­ ναν σε στενή επαφή με τήν κοινωνία της κατανάλωσης. Όταν έφτασε στο σπίτι τοϋ αδερφού του, μια πολυκα­ τοικία με σαραβαλιασμένη πρόσοψη στην οδό Σιναλόα, είχε δρεξη για λουκάνικα και για ενα ταξίδι δεκατεσσά­ ρων ήμερων στή Μανίλα. Ή πόρτα τοϋ διαμερίσματος C ήταν ανοιχτή. Ό "Εκτορ αντέδρασε ακαριαία στο απρόοπτο βάζοντας τό χέρι στο πιστόλι, πάνω στην καρδιά του. Ή φωνή τοϋ Κάρλος άπό τήν κουζίνα τον καθησύχασε. (( "Ελα, ρε βλάκα. Ή πόρτα είναι ανοιχτή γιατί μό­ λις βγήκε ή Μαρίνα. Πάει στο σούπερ μάρκετ για ανα­ ψυκτικά ». Ό Κάρλος, αχτένιστος και με τό φανελάκι, διόρθωνε έντυπα στο τραπέζι της κουζίνας. Ό Βιβάλντι στο πι­ κάπ τελείωνε. "Υστερα άπό μερικά τριξίματα, μια ρώ­ σικη χορωδία άρχισε νά τραγουδά τή Διεθνή. (( Είναι τό σινιάλο για τήν ώρα του βερμούτ » είπε ό [ 24 ] Κάρλος και σηκώθηκε όρθιος τινάζοντας ψίχουλα ψω­ μιού άπό τό τζήν παντελόνι του. « Πώς πάει ή νέα σου συνάντηση με τή ζωή ; » « "Ετσι κι έτσι » αποκρίθηκε ό "Εκτορ, διόλου πρόθυ­ μος νά δώσει εξηγήσεις. « Πάρ'το ψύχραιμα». « Προσπαθώ ». Ό Κάρλος έβαλε ενα βερμούτ με πάγο, βγάζοντας τό μπουκάλι και τα παγάκια άπό το ψυγείο. Ούτε πού δια­ νοήθηκε νά προσφέρει ενα στον αδερφό του. « Δέν φαίνεσαι καλά. Δείχνεις σαν νά χρειάζεσαι επειγόντως ενα ποτήρι γάλα ». Ό "Εκτορ πήρε τό πιο καλό του ύφος αδιαφορίας. "Οχι άγχος. "Οχι μελόδραμα. Τίποτα εντελώς. « Και ό μικρός μου ανιψιός ; )) (( Βγήκε με τή μαμά του, δεν του αρέσει ό Βιβάλντι » αποκρίθηκε ό Κάρλος. Κάθισε πάλι και λοξοκοίταζε τον "Εκτορ. (( Κι έσύ τί άλλο κάνεις έκτος άπό τις διορθώσεις στα βιβλία; » ρώτησε ό "Εκτορ. « Θα σοΰ πω μόνο με τόν δρο νά μήν πεις τίποτα στή Μαρίνα ». « 'Ορκίζομαι ». « Όρκίσου στην Παρθένο της Γουαδελούπης1 και στό αρκουδάκι Μπίμπο μαζί ». 1. Ή προστάτιδα αγία των Μεξικάνων. [ 25 ]

(14)

α 'Εντάξει ». « Κάνω Ιδεολογικό πόλεμο ». « Εναντίον τίνος ; » « Μιας συμμορίας εφήβων. Είναι κάτι πιτσιρικάδες τής γειτονιάς πού γράφουν στους τοίχους με σπρέυ». « Τί γράφουν ; » ρώτησε ό Έκτορ Ολο περιέργεια. « Μαλακίες » είπε ο Κάρλος ανάβοντας πάλι τσιγά­ ρο. « " Σεξ πανκ, άγρια σύνορα ", διάφορα ακατανόητα πράγματα, αριθμούς, μυστηριώδεις κώδικες. Μόνο και μόνο για να ορίσουν τήν περιοχή τους. Σαν τα κατουρά των σκύλων. 'Από εκεί πού κατούρησα και δώθε είναι ό δικός μου χώρος, κάνεις δεν χώνεται ». (( Κι εσύ τί κάνεις ; » « 'Εγώ γράφω πάνω στα δικά τους. Βγαίνω τή νύ­ χτα με το σπρέυ και γράφω. Έχουμε πόλεμο ». « Κι έσύ τί γράφεις ; » « " ΟΊ punkies είναι φλώροι, Ζήτω ό Έμβέρ Χότζα ! " ή " Ό Τσε ζει, εΐναι φάντασμα πού επιστρέφει, προσοχή μαλάκες, μένει στή συνοικία Έσκαντόν ! " ή " Οί σεξ punkies είναι φλούφληδες " ή " Σκυλί πού πέφτει στο νερό, κλότσα το μέχρι να πνιγεί". Μερικά μοΰ βγαίνουν πολύ μεγάλα, δεν είναι αποτελεσματικά, δμως σκέψου πόσον καιρό είχα νά γράψω συνθήματα στους τοίχους. Ό καταπιεσμένος Ντά Βίντσι μέσα μου έ'χει ξεσαλώσει. Τους εχω ξεσκίσει. Φυσικά πρόκειται για επαγγελμα­ τικό πόλεμο, ή τεχνική μου είναι συντριπτική. 0 ά μου μάθουν τώρα αυτά τα κωλόπαιδα εμένα να γράφω συν-[ 26 ] θήματα; Το πιο πετυχημένο μου είναι: "κυβέρνηση = punkies χωρίς αθλητικά παπούτσια ", και το δεύτερο πιο πετυχημένο, πού το απόλαυσε πολύ ό τύπος άπό το βα-φεΐο-καθαριστήριο τής γωνίας, ήταν "Βάψε μου μπλε Ινα αυγό και θα σ'τό αγοράσει ή Conasupo".1 'Αλλά δέν μου βγήκε καλό το λογότυπο τής Conasupo ». Ό "Εκτορ παρατήρησε προσεκτικά τον Κάρλος, τον αδερφό του. «'Ηρέμησε, δέν τρελάθηκα. Απλώς τό κάνω για νά κρατιέμαι σε φόρμα μέχρι να βρώ μια καινούργια τρύ­ πα να χωθώ ξανά στην πάλη των τάξεων. 'Εξάλλου, μερικές φορές συμφωνώ με τους punkies και φτιάχνου­ με μια αρμονική ομοφωνία. Τις προάλλες έγραφα Ινα πού έλεγε : " Α ν τό PRI2 θέλει νά κυβερνήσει, γιατί δέν προσπαθεί νά κερδίσει πρώτα τις εκλογές ; " και ήρθαν αμέσως οί μάγκες και άντι νά τό σβήσουν, έγραψαν άπό κάτω : " Ώραϊο ! " με κάτι γράμματα δυο μέτρα υψος ». « Και που είναι αυτό τό σύνθημα ; »

1. Compafiia National de Subsistenscias Populares : Κρατικός οργανισμός υποστήριξης τής αγροτικής παραγωγής που καταργή­ θηκε τή δεκαετία τοΰ '90, μέ τα νεοφιλελεύθερα μέτρα κατά τοϋ κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία. 2. PRI, « Κόμμα τής Θεσμικής 'Επανάστασης » : Είναι το κόμ­ μα πού κυβερνούσε για περισσότερα άπό εβδομήντα συναπτά χρό­ νια στο Μεξικό τοϋ εικοστού α'ιώνα. Κατηγορήθηκε κατ' επανάλη­ ψη για εκλογική νοθεία. [ 27 ]

(15)

« Έδώ δίπλα, δυο δρόμους πιο πέρα. Θέλεις να το δεις ; » Ό Έκτορ συμφώνησε. Ή μέρα του έδειχνε να βελ­ τιώνεται. Ό ντετέκτιβ Μπελασκοαράν Σάυν πίστευε ακλόνητα δτι δεν μπορείς να κάνεις φίλους μετά τα τριάντα. Τοποθε­ τούσε το αδιαπέραστο όριο για να χτιστούν και να δε­ θούν συναισθήματα, μ'εκείνο το ακατάλυτο πράγμα πού είναι ή φιλία, ακριβώς Ινα λεπτό μετά τη συμπλήρωση τών τριάντα ετών. Θεωρούσε δτι υπάρχει Ινα είδος συν­ αισθηματικής σκλήρυνσης πού εμποδίζει τους ανθρώ­ πους νά διακινδυνεύσουν στο ριψοκίνδυνο παιχνίδι τών παθών της φιλίας. Ότι μετά τα τριάντα κανένας δέν κό­ βει τις φλέβες του για να ανακατέψει το αίμα του μέ κάποιου άλλου. Ωστόσο, ό "Εκτορ εΐχε χάσει τους κα­ λύτερους φίλους του, της προ τών τριάντα εποχής, και του είχαν απομείνει οί κατοπινοί. Υπήρχε μια εξήγηση, μέ την ατσάλινη λογική τοΰ ντετέκτιβ. Ό Έκτορ άρχι­ σε να γίνεται άλλος μετά τα τριάντα, κι αυτός ό άλλος ήταν πού έκανε τις νέες φιλίες. Ήταν οί τρεις του γεί­ τονες στο γραφείο, Ινας δημοσιογράφος τοΰ ραδιοφώ­ νου, μια κοντούλα γιατρίνα, τά αδέρφια του, δύο παλαι­ στές, ό Μάγος, ό σπιτονοικοκύρης του... Ό Έκτορ γνώ­ ριζε επίσης, αν μπορεί νά θεωρηθεί γνώση ή απόλυτη βεβαιότητα πού αποκτάς δταν σκέφτεσαι συνεχώς το [ 28 ] ίδιο πράγμα και πού οί γριές στά χωριά την αποκαλούν μανία, δτι μετά τα τριάντα Ινας άντρας δεν μπορεί νά γί­ νει φίλος μέ μια γυναίκα. Παρεμποδίζει τή σχέση τους άφθονο απερίσκεπτο σέξ, πολύς άκαιρος ρομαντισμός, πολ­ λά φαντάσματα κάτω άπό τις φούστες και τα παντελόνια. Όλα αυτά δέν αφήνουν τή φιλία νά λειτουργήσει. Ωστόσο, προς μεγάλη του έκπληξη, δταν άνοιξε ή πόρτα τοϋ γρα­ φείου, ό Έκτορ διαισθάνθηκε δτι ή γυναίκα εκείνη θα μπο­ ρούσε νά γίνει μία άπό τις καλύτερες φίλες της ζωής του, εάν είχαν γνωριστεί στά παιδικά τους χρόνια. Αύτη η πα­ ράλογη βεβαιότητα, τόσο άσύμφωνη μέ τή σοφία πού εΐχε αποκτήσει στή ζωή, τον έκανε νά σαστίσει λίγο. Ή γυναίκα τον κοίταξε και ύστερα έσκασε Ινα χα­ μόγελο. Ό Έκτορ τήν παρατηρούσε μέ ύφος άνθρωπου πού χαζεύει τή βιτρίνα κατεψυγμένων κρεάτων ενός πο­ λυτελούς σούπερ μάρκετ. Εκείνη γύρισε νά δει μήπως είναι κάποιος πίσω της και γι'αυτόν προοριζόταν το βλέμμα θαυμασμού και έκπληξης τοΰ ντετέκτιβ. Δέν υπήρχε κανένας. Πέρασε μέσα κι έκλεισε πίσω της τήν πόρτα, προσεκτικά, μήν τυχόν το σκάσει το φάντασμα. Ήταν μιά γυναίκα γύρω στά τριάντα, μέ κατάμαυρα μαλλιά πού τα άφηνε λυτά. Τά μάτια της άστραφταν και ή μύτη της ήταν ανασηκωμένη. Είχε παχιά χείλη, μιά ουλή στο λαιμό της τρία μέ τέσσερα εκατοστά, φαρ­ διά λεκάνη και μεγάλα προτεταμένα στήθη. Ήταν ντυ­ μένη λές και δέν είχαν περάσει τά τελευταία δέκα χρό­ νια. "Ασπρη μπλούζα, μαύρη μακριά ινδική φούστα, [ 29 ]

(16)

μπότες κι ενα χάλαρο φουλάρι πού δεν προσπαθούσε να καλύψει τήν ουλή. Χαμογελούσε, συνέχεια χαμογελούσε. (( Ό "Εκτορ ; » «Βγήκε ν'αγοράσει αναψυκτικά. Άλλα μπορείς να

τα πεις δλα σ'έμενα».

(( Και ποιος είσαι έσύ ; » « Ή γραμματέας του ». (( Μα τί τρέχει έδώ ; » ρώτησε και έψαξε κάτι μέσα στο γιγάντιο ταγάρι πού κρεμόταν στον ώμο της. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά. Ό Έκτο ρ κρύωνε. Ή ­ ταν Δεκέμβρης μήνας και ή θερμοκρασία έπεφτε το απόγευμα. Άλλα μή λέμε υπερβολές. Το κρύο πού ένιω­ θε ό "Εκτορ ήταν στο αίμα του, υποψιαζόταν ό ντετέ-κτιβ. 'Οφειλόταν στα στραβοκολλημένα κόκαλα, ήταν ή συνέχεια των ονείρων. Παρ'δλα αυτά περπάτησε, αναγ­ κάστηκε να στρέψει τήν πλάτη στη γυναίκα και σ αυτό πού κουβαλούσε στην τσάντα της, και πήγε στο παρά­ θυρο για να το κλείσει. (( Γιά να δούμε, είναι ή δεν είναι ; » ρώτησε εκείνη ενώ έ'βγαλε μια φωτογραφία και τήν ακούμπησε στο γραφείο. Ό "Εκτορ γύρισε πίσω, τράβηξε Ινα τσιγάρο και το άναψε. Πήρε τή φωτογραφία και τή μελέτησε. Αυτός στα δεξιά ήταν ό Μεντιόλα, ό δημοσιογράφος. Αριστερά ήταν ό ϊδιος, ό άλλος του εαυτός πριν άπό δύο χρόνια. Ήταν στην πόρτα της παλιάς 'Αρένα Ρεβολου-σιόν, στο τέλος ένος αγώνα ελεύθερης πάλης, ανακατε­ μένοι με το πλήθος πού έβγαινε. Τα πρόσωπα τους ήταν [ 30 ] σκυθρωπά, αγριεμένα, λες και αυτοί πάλεψαν και έχα­ σαν, λες και τους έκαναν κιμά τα μούτρα και άπό πάνω τους έριξαν δυο άεροπλανικές κλοτσιές στα αχαμνά. Δεν θυμόταν ούτε τή στιγμή ούτε τον φωτογράφο. Θυμόταν δμως τα πρόσωπα. Ή τ α ν ό Μεντιόλα και ό "Εκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, ό άλλος. Ό παλιός. Έβαλε τή φωτογραφία πάνω στο γραφείο. Ή γυναί­ κα πλησίασε, κοίταξε το εικονιζόμενο πρόσωπο και μετά το συνέκρινε μ'αυτό πού είχε μπροστά της. • (( Είστε 'ίδιοι, βλέπω. Αυτός στή φωτογραφία είναι λίγο καλύτερος. Εσείς είστε πιο γερασμένος, καμπούρης, λιγνός, αλλήθωρος, μουστακαλής, με το ενα μάτι πού σας απομένει κουρασμένο, σάν γυάλινο, με μπράτσα σαν σύρ­ ματα. Κι δμως, μ'άρέσετε περισσότερο, παρ'δλη τή σα­ βούρα. Φαίνεστε περισσότερο άγριος, περισσότερο κά­ θαρμα. .. » « Διαθέτετε, βλέπω, μια γαμημένη παρατηρητικότη­ τα. .. Δηλαδή τήν έβαψα ». « Αλήθεια ; » έκανε μια παύση γιά να κοιτάξει γύρω το δωμάτιο. « Να καθίσω ; » (( Μπορώ να πώ οχι ; . . . Θα εχω τήν ευτυχία να μά­ θω το δνομά σας ; » « Τή δυστυχία να λέτε. Αλίσια με λένε. Ή αδερφή μου έλεγε πώς εΐναι δνομα κομμώτριας ». . ((Και φοράτε φακούς, έχετε το μεσαίο δάχτυλο τοΰ ποδιού μεγαλύτερο άπό τα άλλα και το ενα σας στήθος στραβοκοιτάζει ». [ 3ΐ ]

(17)

« Μωρέ μπράβο, φοβερή περιγραφή... Χρειάζομαι έναν ντετέκτιβ ». (( Στις κίτρινες σελίδες του τηλεφωνικού καταλόγου

υπάρχουν πολλές αγγελίες».

« Έ γ ώ θέλω αυτόν» είπε δείχνοντας τόν'Έκτορ. « Έ χ ε ι αποσυρθεί. Τόν απέσυραν». «Και δέν δέχεται τίποτα; Οΰτε εύκολα πράγματα; Να προσέχει πάρτυ δεκαπεντάχρονων κορασίδων1, να κάνει τόν σωματοφύλακα σέ κάποιον πούστη τραγουδι­ στή, να βρίσκει γάτους που το έσκασαν κι άλλα παρό­ μοια. ..» <( Οΰτε καν αυτά. Ό τύπος δέν ενδιαφέρεται ούτε για ζωάκια οΰτε για δεκαπεντάχρονες οΰτε για τόν ΐδιο του τόν εαυτό. Είναι φώς φανάρι, 'Αλίσια». (( Μπορώ ωστόσο να σου μιλήσω ; » Ό Έκτορ σηκώθηκε Ορθιος, πήγε ως το χρηματοκι­ βώτιο, έδωσε Ινα σκαμπίλι στα μεριά της Γκρέης Ρενατ στο πόστερ και έβγαλε μία πέπσι. « "Αχ, το αγαπημένο μου αναψυκτικό » είπε ή 'Αλί­ σια. Ό "Εκτορ τήν κοίταξε επίμονα. Να κεράσει μια πέπ­ σι ήταν αμάρτημα πού δέν το διέπραττε ποτέ μέ τήν πε­ λατεία του οΰτε τόν παλιό καιρό. Τώρα, απλώς, δέν 1. Στο Μεξικό ή συμπλήρωση των δεκαπέντε χρόνων σηματο­ δοτεί τήν ένταξη στον κόσμο των ενηλίκων και γιορτάζεται ιδιαί­ τερα. [ 32 ] υπήρχε πελατεία. Ή γυναίκα του χαμογελούσε. "Εβγα­ λε Ινα δεύτερο μπουκάλι άπό τό χρηματοκιβώτιο, τα πήγε και τα δύο στο γραφείο και τα ακούμπησε πλάι στή φωτογραφία. Ό Έκτορ της φωτογραφίας τόν κοι­ τούσε συνοφρυωμένος. Έβαλε τό μπουκάλι επάνω στή φάτσα του τύπου στή φωτογραφία, ώστε ν'αποφύγει παρεμβολές άπό τό παρελθόν. Τράβηξε τό πιστόλι άπό τή θήκη στή μασχάλη του και μέ τό στόχαστρο έπιασε ν'ανοίξει τά αναψυκτικά. . «Δέν νομίζω δτι μοϋ απομένει πια οΰτε απλή πε­ ριέργεια » είπε. « Να πάρει, μοϋ τό είπαν δτι θα μέ στείλεις στον διά­ ολο, άλλα έγώ εχω τρομερή αυτοπεποίθηση, αδερφέ μου. Τρομερή». <( Α ς πιούμε τήν πέπσι και μετά θα φύγουμε ».

« Να πάμε που ; »

« Ό καθένας στο δρόμο του. 'Εντάξει ; » « Όχι. Καθόλου εντάξει. Έ χ ω μια 'ιστορία να σου διηγη­ θώ. Φρίκη, δέν είναι αστείο. Σου έφερα μια παλιά φωτογρα­ φία, σοϋ χαμογελάω δλη τήν ώρα ώσπου πόνεσαν τα σα­ γόνια μου και πάγωσαν τά χείλια μου κι έσύ... Τίποτα ; » (( Τίποτα » είπε ό "Εκτορ, Ινώ ή τάπα τοΰ μπουκα­ λιού τινάχτηκε στον αέρα. Χτύπησε τό τηλέφωνο. (( Έκτορ ; Έδώ Μεντιόλα ». « Μόλις είδα μια φωτογραφία σου, κολλητέ. Γιατί τις χαρίζεις έδώ κι έκει; » [ 33

(18)

(( Ή 'Αλίσια είναι εκεί; » « Έ τ σ ι νομίζω». (( Πές της ναί, αδερφάκι. Κάνε της τή χάρη. Είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης ». (( Βγήκα για φαγητό » είπε ό "Εκτορ και το έκλεισε. "Υστερα σηκώθηκε όρθιος. Ταλαντεύτηκε. Πήρε το μπου­ κάλι του και πήγε προς την πόρτα. (( Σας παρακαλώ να κλείσετε μόλις πιείτε το αναψυ­ κτικό σας » είπε στη γυναίκα. Βγήκε έξω ενώ συλλογιζόταν πώς ήταν απλώς ό φό­ βος να ξαναπαίξει το ρόλο ένας ήρωα πού δεν τον ανα­ γνώριζε πια ώς δικό του και είχε την κακή συνήθεια νά δολοφονείται. 'Επιπλέον βαριόταν αφάνταστα νά κάνει τον έξυπνο. Μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του, μερικοί έφηβοι της γειτονιάς έκαναν πατίνια. Ό Μάγος τους παρατη­ ρούσε με θαυμασμό άπό την πόρτα τοΰ καταστήματος ηλεκτρονικών ειδών. Σκοτείνιαζε. Ό "Εκτορ ανέβασε το φερμουάρ τοΰ μπουφάν του. Κρύωνε. Τον πονούσε ό αγκώνας και ό καρπός τοΰ δεξιού χεριού. 'Αρθρίτιδα; Έμφραγμα; Ή λέπρα της Πόλης τοΰ Μεξικού; Κατέ­ ληξε πώς ήταν κάτι πιο απλό, μια ένδειξη οτι ήθελε να φάει διπλή μερίδα κοτόσουπας με μπούτι, σε μεγάλο πιάτο. « Ή ρ θ ε ή κοπέλα σου και σοΰ άφησε ένα καλάθι. [ 34 Σ'τό'βαλα στην είσοδο» εΐπε ό Μάγος, δίχως νά κοι­ τάζει τους πιτσιρικάδες με τα πατίνια πού έκαναν οχτά­ ρια στην άσφαλτο φορώντας βρόμικα μπουφάν μέ χρώ­ ματα έλεκτρίκ. Ήταν τα μπουφάν τών φτωχών, κληρο­ νομιά άπό μεγαλύτερα αδέρφια. (( Τί θα έλεγες, Μάγε, αν μάθαινα νά επισκευάζω τη­ λεοράσεις; » τον ρώτησε ο "Εκτορ. (( Κάτι πρέπει νά ξέρεις άπό ηλεκτρονικά. Αυτό δεν σπούδασες ; 'Αλλά αν θες τή γνώμη μου, είναι λίγο αργά. Στην ηλικία σου δεν έχεις πια στο κατσαβίδι τή σβελ­ τάδα μπαλαρίνας πού απαιτεί το επάγγελμα αυτό ». « Τ ο ϊδιο σκεφτόμουν κι εγώ, όπως σέ έβλεπα». Ό Μάγος πήρε τό βλέμμα του άπό τα παιδιά μέ τά πατίνια και κοίταξε τον "Εκτορ. « Άλλαξε μοΰτρα, αδερφέ μου ! Είσαι αηδία ! » είπε και γύρισε πάλι προς τά παιδιά. Ήταν ένας πού άφηνε στο έδαφος ένα χάρτινο κουτί, ύστερα απομακρυνόταν, έπαιρνε φόρα, έγερνε τό σώμα του και χτυπούσε τό χαρτόκουτο μέ τά μακριά μαλλιά του. Έσκυβε, πηδούσε και μετά επανερχόταν στην κατακόρυφη θέση. « Έσύ πιστεύεις ότι στην ηλικία μου θα μπορούσα νά γίνω καλός ντετέκτιβ ; » ρώτησε ό Μάγος μέ στόχο νά αιφνιδιάσει τον "Εκτορ. «"Οχι » αποκρίθηκε ό "Εκτορ, ανάβοντας Ινα τσιγά­ ρο και ρουφώντας βαθιά τον καπνό. « Δεν έχεις τή σβελ­ τάδα νά τραβήξεις τό πιστόλι δίχως νά μπλέξει στο βρα­ κί σου και νά σοΰ κάνει κιμά τά μπαλάκια ». [ 35

(19)

« Καλά το έλεγα έγώ. Άπο τότε πού πέθανε δ Φράν­ κο, ή ζωή δεν προσφέρει πια νέες συγκινήσεις. Ευτυχώς που σ'έ'χω νοικάρη και κάπου κάπου έρχονται μερικοί τύ­ ποι και σου κάνουν θρύψαλα τα τζάμια με τα πιστόλια ». Ό Έκτορ χτύπησε τον Μάγο στην πλάτη και μπήκε στο κτίριο. Στο πρώτο σκαλοπάτι υπήρχαν δύο γράμμα­ τα. Το Ινα ήταν διαφήμιση τής πιστωτικής κάρτας Άμέ-ρικαν 'Εξπρές και το παράτησε εκεί. Το άλλο ήταν ο λο­ γαριασμός τής τράπεζας και τον άνοιξε καθώς ανέβαινε τις σκάλες. Όπως έβλεπε, υπολογίζοντας και τον πλη­ θωρισμό, είχε χρήματα που του αρκούσαν για έναν χρόνο, δίχως να ζητήσει άπο τήν Έλίσα τίποτε άπο αυτά πού κληρονόμησαν άπο τον πατέρα τους. Το ήξερε, όμως κοί­ ταξε τους αριθμούς προσεκτικά ώστε να μπορεί να τους επαναλάβει μέχρι δεκάρας, δταν κάποιος θα ξανάρθει να του προσφέρει δουλειά. Το καλάθι βρισκόταν στή μέση τοΰ χαλιού τής σά­ λας. Ήταν Ινα χτυπητό κόκκινο χάλι σ' Ινα σαλόνι δί­ χως έπιπλα. Ήταν Ινα καλάθι για τα ψώνια, πού περι­ είχε δύο κιτρινωπά παπάκια, οχι περισσότερο άπο οχτώ εκατοστά ΰψος, κι Ινα γράμμα. Τά παπάκια είχαν τρε­ λαθεί νά λένε συνέχεια κουά, κουά, κουά, και ό φάκελος έγραφε απλώς Ινα « για σένα ». Δέχτηκα τη δουλειά φωτογράφου στο Πουέρτο Βαγιάρ-τα. Δύο εβδομάδες. "Οταν θα γυρίσω ελπίζω να σου έχει περάσει η μαυρίλα. Οι κύριοι αυτοί πού σου αφήνω ονο-[ 36 μάζονται 'Οκτάβιο Πάς και Χουάν Χοσε Άρέολα. Φιλιά. Τρώνε σποράκια και ξερό ψωμί, και συνέχεια πίνουν νε­ ρό. *Αν σον χέσουν το πουκάμισο, μπορείς νά προσευχη­ θείς να ξανανοίξει το καθαριστήριο Φρανσέσκα. Έγώ. Ό "Εκτορ παρατήρησε τά μικροσκοπικά παπάκια. Ή ­ ταν κιτρινιάρικα και είχαν ηλίθιο ύφος. Τοΰ θύμιζαν Ινα κουνέλι πού το έλεγαν Ραντανπλάν και άλλοτε κυκλοφο­ ρούσε στο διαμέρισμα. Το κορίτσι με τήν αλογοουρά πί­ στευε δτι ό Έκτορ γινόταν επικίνδυνος δταν έμενε μό­ νος και κάθε φορά πού έφευγε προσπαθούσε νά τοΰ αφήσει κάτι ώς αντάλλαγμα: μια φωτογραφία, δύο πα­ πάκια, μια πολύωρη κασέτα μ'Ινα μόνο τραγούδι, Ινα κουνέλι, μια γεμιστή γαλοπούλα κι Ινα ηλεκτρικό μα­ χαίρι γιά νά τήν κόψει, τά άπαντα τοΰ Ντάσιελ Χάμμετ σε δώδεκα τόμους. "Ετσι γινόταν πάντα. Παρατήρησε τις βόλτες πού έκαναν τά παπάκια στο χαλί, πήγε στο πικάπ κι έβαλε τον τελευταίο δίσκο τοΰ Σίλβιο Ροδρίγκες. Πλευρά Α, τρίτο τραγούδι. Βγήκε στο παράθυρο, οι πιτσιρικάδες με τά πατίνια είχαν φύγει. Ό θόρυβος τών αλυσίδων στα ρολά τοΰ θύμισε δτι ό Μάγος έκλεινε το μαγαζί. Πρέπει ν αγαπάς τήν ώρα πού ποτέ δεν λάμπει. Κι οχι, μην αφήνεις να περνάει ό καιρός, μόνο ή αγάπη κυοφορεί το θαϋμα. Μόνο δ έρωτας μπορεί ν ανάψει τους νεκρούς. [ 37 ]

(20)

Έπί έναν μήνα έβαζε συνέχεια το ί'διο τραγούδι. Πε­ ριέργως δεν είχε μάθει τα λόγια, παρόλο πού το απο­ λάμβανε αφάνταστα κάθε φορά. Ό μ ω ς ό έρωτας δεν άναβε τίποτα. Δεν φώτιζε παρά μονάχα μερικές ώρες, μερικά λεπτά και πάντοτε στή μοναξιά των δύο ατό­ μων. Δέκα τετραγωνικά μέτρα το πολύ έπιανε το περι­ στασιακό φως. Ξαναπήγε στο παράθυρο προσπαθώντας να μην πατήσει τα παπάκια πού τριγυρνούσαν έδώ κι εκεί πάνω στο χαλί. Τα φώτα του δήμου άναψαν λες και κάποια επιθυμία έγινε μαγική εντολή. Τελικά δεν ήταν τόσο σοβαρό, δέν ήταν δα και τρα­ γωδία. Ό Έκτο ρ ήταν απλώς Ινας τύπος γεμάτος ούλες πού φοβόταν. Και ό φόβος δέν είναι άσχημος, κάνει κα­ λή παρέα, εξίσου λογική όπως ό έρωτας ή το κρύο. Κρύο. Πήγε στο δωμάτιο και γύρισε μ'Ινα μαϋρο μάλλινο γι­ λέκο. Σταμάτησε στην κουζίνα και γέμισε ενα πιατάκι με νερό για τα παπάκια. Τα κοίταξε πού έ'πιναν. Τα σι­ χαμένα, έμπαιναν κι έβγαιναν στο πιάτο, έχεζαν εκεί μέσα, μετά έπιναν και πλατσούριζαν. Το νερό άρχισε νά θολώνει και το χάλι γύρω άπό το πιάτο γέμισε λεκέδες. Ήταν Ινα καλό χαλί. Κόκκινο. Έδώ είχε λεκέδες άπό κρασί, πιο πέρα άπό σούπα άπό χελιδονοφωλιές, πιο πέ­ ρα άπο τήν μπαταρία ενός Φολκσβάγκεν και άπό ξένο αίμα. Πήγε πάλι στο πικάπ και ξανάβαλε τή βελόνα έκεϊ πού άρχιζε το τρίτο κομμάτι. Το Ινα παπάκι είχε ανακαλύψει τή χαρά τών καταδύσεων. Στηριζόταν στην άκρη του πιάτου και πηδούσε στο χαλί. "Υστερα τρα-[ 38 ] μπαλιζόταν λίγο. Αυτός μάλλον είναι ό XX. Ό "Εκτορ προσπάθησε νά τον ξεχωρίσει άπό τον άλλον. Είχε έναν καφέ σημάδι στο φτερό. Ό Ο.Π. είχε πονηρό βλέμμα κι έναν κύκλο μέ άσπρα πούπουλα στο κρανίο. Τώρα θά χτυπήσει το τηλέφωνο, σκέφτηκε ο "Εκτορ. Πρέπει ν' αγαπάς μέχρι τρέλας τήν άμμο που πατάς. Μόνο ο έρω­ τας φωτίζει αυτό που διαρκεί, ακούστηκε στα ηχεία τοΰ πικάπ. Τώρα θα χτυπήσει το τηλέφωνο και μετράω ενα, δυο... κάί... τρία. Δέν ακούστηκε τίποτα δμως και ό ."Εκτορ ξαναπήγε στην κουζίνα νά φτιάξει μια ομελέτα μέ πατάτες και λουκάνικα του Μιτσοακάν, σύμφωνα μέ τήν παλιά συνταγή'τοΰ γερο-Μπελασκοαράν. Ό Ο.Π. και ό Χ.Χ. θά τρελαίνονταν για ομελέτα με πατάτες. Σέ αντίθετη περίπτωση, θά άρχιζαν μια ατέλειωτη ήμερα δίαιτας. Ή πόλη πού έχεις εσύ δέν είναι αυτή πού έχουν οί άλλοι. Ή δικιά σου πόλη, ή πόλη του καθενός, έχει τις κολόνες φωτισμού στο λάθος σημείο και είναι γεμάτη σκιές έκεϊ πού δέν θά έπρεπε νά υπάρχουν. Στην πόλη σου, ο εφη­ μεριδοπώλης κρεμάει τήν Ουαοίοηβε ' πλάγια και πρέπει νά κάνεις ακροβατικά για νά ρίξεις μιά ματιά στους τί­ τλους. Στην πόλη σου το κατάστημα της γωνίας κλείνει οπωσδήποτε στις 7.15, μολονότι όταν τους ρωτήσεις το 1. Καθημερινή αθλητική εφημερίδα. [ 39 1

(21)

πρωί τί ώρα θα κλείσουν το βράδυ θα σου πουν στις οχτώ. Στην πόλη σου το κανάλι 'Εννιά1 δείχνει με πα­ ρεμβολές τήν ώρα πού έχει ταινίες με τον Μπόγκαρτ. "Ισως ή προσωπική πόλη του καθενός να έχει ομοιότη­ τες με τις άλλες. Ή αθλιότητα, ή ανεργία, ή άδιαντρο-πιά της εξουσίας που ψεύδεται ηλεκτρονικά, ή τιμή της βενζίνης, το μαΰρο σύννεφο που ταξιδεύει άπα βορειοδυ­ τικά προς νοτιοδυτικά, ή κακοκεφιά των γειτόνων τοϋ πέμπτου, ή στάνταρ γεύση των χάμπουργκερ στα φαστ-φουντάδικα, ή ακαριαία αντίδραση της καθαρίστριας δταν μια λάμπα κινείται απρόβλεπτα και αναγγέλλει το• σεισμό. Όλα αυτά δμως είναι διακόσμηση. Ζούμε σέ διαφορετικές πόλεις, που είναι κατασκευασμένες με υλικά τις καταχρήσεις εξουσίας και το φόβο, τή δια­ φθορά και τή διαρκή απειλή της ζούγκλας πού, κρυμμέ­ νη στα πρόσωπα του συστήματος, ξεπροβάλλει κάθε τό­ σο για να μας υπενθυμίζει δτι είμαστε εύθραυστοι, δτι είμαστε μόνοι, δτι μια μέρα θα γίνουμε λίπασμα για τα ραδίκια. Ή δτι μια μέρα δλα πρέπει να παιχτούν κο-ρόνα-γράμματα, στυλ ούέστερν, ή να κριθούν σέ μια μο­ νομαχία στην κεντρική λεωφόρο : αυτοί ή έμεϊς. Μέσα σ'αύτή τή μοναξιά, ή ιδιωτική σου πόλη πλά­ θει αλληλεγγύη. Είναι κάποια αδύναμα φράγματα άπό οδοντογλυφίδες πού μερικές φορές ανθίστανται στην ορμητική πλημμύρα. Είναι το χαμόγελο των ιδιοκτητών 1. Τηλεοπτικός σταθμός μέ πολιτιστικό πρόγραμμα. [ 40 ] τοΰ χρωματοπωλείου, το μάτι πού σου κλείνει συνένοχα στο λεωφορείο ό τύπος πού τυχαία διαβάζει το ίδιο μυθι­ στόρημα μ'εσένα, ή ικανοποίηση τών επιβατών πού πα­ ρακολουθούν το ανθρωποφάγο φιλί αποχαιρετισμού δύο φοιτητών της Φιλοσοφικής1 πού φιλιούνται λες και αύριο δεν θα έχουν πάλι μαζί μάθημα, ή λές και δέν θα γίνει πια κανένα μάθημα. Το άγριο βλέμμα δλων δταν ό μπάτσος της γωνίας δίνει κλήση σ'εναν μοτοσυκλετιστή. Και μέ­ σα στή δική σου τήν πόλη δημιουργούνται άλλες μικρότε­ ρες πόλεις, χωριά, σχεδόν ατομικά αγροκτήματα πού κά­ θε τόσο έ'ρχονται σέ επαφή μέ τήν πόλη τών άλλων. « Σέ ποια πόλη έζησα εγώ τον τελευταίο χρόνο ; » α­ ναρωτιόταν ό "Εκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, αποσυρθείς επαγγελματίας ντετέκτιβ. « Μέ ποιόν έζησα; Μέ ποιόν άλλον έζησα αυτούς τους δώδεκα μήνες ; » Δέν θυμόταν καλά. Πολλές εικόνες νοσοκομείου. Λίγες διακοπές σέ ένα σπίτι στα βουνά της Πουέμπλα, ανάμεσα στα πεύ­ κα. "Ενας γιατρός πού τόνιζε τις ευεργετικές ιδιότητες τοΰ δάσους για τή θεραπεία τών πνευμόνων. "Ενας λο­ γαριασμός πού οφείλε για τέσσερα λίτρα πλάσμα αίμα­ τος. Ένας αγώνας τών Πούμα στο Στάδιο της Πανε­ πιστημιούπολης μέ τον Κάρλος Βάργας, τον Κόκορα και τον Χιλμπέρτο, συντροφιά στις μπίρες και στην κερκίδα. Μια δουλειά ανακατασκευής ενός υδραγωγείου 1. CCH ( Colegio de Ciencias y Humanidades): Πανεπιστημιακή σχολή τών κοινωνικών επιστημών.

(22)

σ'Ινα χωρίο τής πολιτείας του Κερέταρο. Δύο μυθιστο­ ρήματα τοϋ Ζάν-Φρανσουά Βιλάρ και ή όψιμη ανακά­ λυψη των κοινωνικών μυθιστορημάτων τοϋ Πίο Μπα-ρόχα. Μια τυχαία και 'ιδρωμένη σχέση με μια κοκκινο­ μάλλα φοιτήτρια βιοχημείας πού διήρκεσε έξι νύχτες. "Ενας ολόκληρος χρόνος. Λίγα πράγματα είχε για να δικαιολογήσει έναν χρόνο. Και στή χώρα είχαν συμβεί διάφορα. Είχε την αόριστη εντύπωση πώς ή χώρα ήταν νευρική. Ή οργή έπαιρνε μορφή, οι Μεξικάνοι γυρ­ νούσαν εδώ κι εκεί τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο και αυτό προοιωνίζεται συνήθως μεγάλη θύελλα, άπ'δσο συγκρατούσε ή ιστορική μνήμη του "Εκτορ. Το ασανσέρ ανέβαινε στριγκλίζοντας προς το γρα­ φείο και ό "Εκτορ πάσχιζε μάταια να ξαναβρεί τον τε­ λευταίο χρόνο τής ζωής του. Ή πόρτα άνοιξε πριν την ώρα της. Ή 'Αλίσια τοϋ χάρισε Ινα υπέροχο χαμόγελο και μπήκε στο ασανσέρ δίχως ό "Εκτορ να μπορέσει να την εμποδίσει. Πάτησε το κουμπί τοϋ έκτου ορόφου. (( Άλίσια. Θυμάσαι ; » του είπε. « "Οχι, δέν είμαι ή Άλίσια. Είμαι ένας συνταξιούχος πού πήγαινε στον τρίτο. Τρεις όροφοι επιπλέον δίχως τή θέληση μου. Νομικώς μπορεί να θεωρηθεί απαγωγή » είπε και κοίταξε το ταβάνι τοϋ ασανσέρ. « Γαμώτο ! » είπε ή γυναίκα. Ό "Εκτορ την κοίταξε. « Μα τί πρέπει να κάνω για να μοΰ δώσεις επιτέλους σημασία ; » [ 42 ] Ό "Εκτορ χαμογέλασε. Ή Άλίσια φορούσε πουλόβερ και μαΰρο υφασμάτινο παντελόνι. Έπιασε το πουλόβερ άπο τή μέση και το σή­ κωσε αργά ώσπου αποκάλυψε τα στήθη της. Δέν φο­ ρούσε σουτιέν. Ήταν πιο μεγάλα άπ'δ,τι έδειχναν σκε­ πασμένα. Μυτερά, με ρόδινες θηλές πού κοίταζαν προς τα εςω. « Πράγματι, το Ινα είναι πιο μεγάλο άπο το άλλο... Έκτος άπο απαγωγή, έχουμε και απόπειρα βιασμού... » • Ή γυναίκα έβαλε πάλι το πουλόβερ στή θέση του. Ό "Εκτορ ένιωσε απαρηγόρητος. Καλά να πάθει αφού δέν ξέρει νά κρατάει κλειστό το στόμα του. Δέν λένε δτι ή γλώσσα τρέχει πιο γρήγορα άπο το μυαλό ; Ή πόρτα τοϋ έκτου ορόφου άνοιξε και ή Άλίσια πάτησε το κουμ­ πί για τον τρίτο, ηττημένη. (( Εντάξει, παραδίδομαι » είπε ό "Εκτορ. « Σέ ακούω ».

Referências

Documentos relacionados