© Assírio & Alvim e Herdeiros de Fernando Pessoa (1997) © Εξάντας, 2000
Εξώςρυλλο: Νατάσσα Παντού, Ιουλία ΚαραΙ^αίΐίλογλίηι ΕΞΑΝΤΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΙ I Α.li.
Διδότου 57 - 106 81 ΛΗΐίΝΛ
Η Ω Ρ Α
Τ Ο Υ Δ Ι Α Β Ο Λ Ο Υ
Μετάφραση - Εισαγωγή - Επίμετρο
Μ Α Ρ Ί Α Π Α Π Α Δ Η Μ Α
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ 9 Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ Ή Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ 11 Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ 1 9 ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΩΡΑΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ 4 9 ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΓΙΝΕ ΠΟΛΛΑΠΛΟΣ ΣΑΝ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ 7 9 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ ΕΤΕΡΩΝΥΜΩΝ ΤΟΥ ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ 9 9 ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ 1 0 1
Συχνά στους εκδότες τυχαίνει η επικίνδυνη αποστολή της μετατροπής του μύθου σε έργο. Κι αυτό γιατί ο μύθος των μεγάλων ποιητών, τις περισσότερες φορές, προηγείται και κατακτά το ένα κοινό μετά το άλλο πριν ακόμη ενσωματω-θεί στη γλώσσα τους, πολύ πριν από την πραγματική διάδο-ση μέσω των μεταφράσεων του έργου τους. Ο μύθος του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα, κατ' αντιστοιχία με εκείνον του Καβάφη, έχει προ πολλού περάσει τα πορτογαλικά σύνορα και η ποίησή του έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσ-σες. Στην ελληνική γλώσσα έχουμε μέχρι σήμερα ελάχιστα δείγματα του τεράστιου έργου του. Ο Φερνάντο Πεσσόα μαζί με τους ετερώνυμούς του ποι-ητές και πεζογράφους συνθέτει ένα πολύπλοκο και εκτενέ-στατο έργο. Οι Εκδόσεις Εξάντας αναγγέλλουν την έκδοση των σημαντικότερων από αυτά, ακολουθώντας την πλέον πρόσφατη επανέκδοση του έργου του Πεσσόα στην πορτο-γαλική γλώσσα από τις εκδόσεις Assírio e Alvim.
ματικό κομψοτέχνημα του λόγου, που συνοψίζει αριστουρ-γηματικά τις κύριες θεματικές συνιστώσες του έργου του Πεσσόα, ενώ παράλληλα συνδυάζει τη γραφή της ποίησης με τη μορφή του πεζού λόγου. Θα ακολουθήσουν: — Γράμματα στην Οφέλια του Φερνάντο Πεσσόα. — Ποίηση του Άλβαρο ντε Κάμπος — Το βιβλίο της ανησυχίας του Μπερνάρντο Σοάρες — Ιστορίες του διαλείμματος του Φερνάντο Πεσσόα — Η φιλοσοφία ενός στωικού του Μπαράο ντε Τέιβε — Ποίηση του AλμJtέρτo Καέιρο. Την οργάνωση και την επιμέλεια της σειράς αυτής έχει αναλάβει η Μαρία Παπαδήμα.
Ή Η Γ Έ Ν Ν Η Σ Η Τ Ο Υ Π Ο Ι Η Τ Η *
ΚΡΥΜΜΕΝΟ ΣΤΟ ΜΥΘΙΚΟ ΜΠΑΟΥΛΟ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΤΟΥ
ΠΕΣ-σόα, το διήγημα αυτό είδε το φως της δημοσιότητας μόλις το 1989, πενήντα και πλέον χρόνια από το θάνατο του ποιητή, και μάλιστα εκτός Πορτογαλίας. Η γνωστή ερευνήτρια του Πεσσόα Teresa Rita Lopes, η οποία μετέγραψε το κείμενο αυτό και επιμελήθηκε την έκδοσή του, επισημαίνει τα ακό-λουθα: «Θα πρέπει ίσως να απαντήσω στην ερώτηση που θα ήθελαν να μου υποβάλουν οι αναγνώστες: Πρόκειται όντως για άγνωστο κείμενο ή όχι; Θα απαντήσω πως ναι, είναι πα-ντελώς άγνωστο. Αν ίσως με ρωτήσουν γιατί το δημοσιεύω εφόσον πρόκειται για έργο δευτερεύουσας σημασίας, θα α-παντήσω ότι δεν πρόκειται για έργο δευτερεύουσας σημασί-ας, και θα προσθέσω ότι στον Πεσσόα είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τα σημαντικά από τα λιγότερο σημαντικά κείμενα, γιατί αποτελούν στάδια της ίδιας πορείας με στόχο * Μια προότη εκδοχή του κείμενου αυτοΰ, καθώς και της του Διαβόλου, δημοσιεύτηκε στο nzQiobvKÓ Μετάφραση '97, τεύχος 3, σσ. 125-136.
την αναζήτηση του εαυτού του και της Ενότητας που τον κα-τηύθυνε. Δεν θα πω ότι το καθένα από τα κείμενα αυτά εί-ναι το κομματάκι ενός παζλ, γιατί καθένα από αυτά είεί-ναι ένα ουνολο που περιέχει ήδη σε μικρογραφία τα κύρια χα-ρακτηριστικά του έργου του»/ Τι μας επιφυλάσσει λοιπόν έ-να κείμενο με τον σχεδόν αποκαλυπτικό τίτλο Η ώρα τον Διαβόλου; Αν στην πορτογαλική παράδοση η ώρα του Διαβόλου ση-μαίνει την τρομερή εκείνη ώρα που ο Διάβολος εμφανίζεται στους ανθρώπους, για τον Φερνάντο Πεσσόα η εμφάνιση αυ-τή και η συνομιλία που επακολουθεί δεν έχει τίποτα το τρο-μακτικό. Μια συνηθισμένη γυναίκα, η Μαρία, που ωστόσο το όνομά της και η κατάστασή της —πρόκειται σε έξι μήνες να φέρει στον κόσμο ένα γ ι ο - παραπέμπουν σε μια άλλη Μαρία, επιστρέφει φαινομενικά σπίτι της από μια χοροε-σπερίδα. Ενώ διανύει την ελάχιστη απόσταση από τη γωνία του δρόμου της ως την πόρτα του σπιτιού της, διατρέχει ταυ-τόχρονα τις τεράστιες αποστάσεις του σύμπαντος, συντρο-φιά με τον έκπτωτο άγγελο ο οποίος τη μυεί στα μυστικά του κόσμου και της ύπαρξής του και της αναγγέλλει τη γέννηση του ποιητή. Οι αντιστοιχίες με τον Ευαγγελισμό της
Θεοτό-1. Fernando Pessoa, UHeure du Diable, δίγλωσση έκδοση, μετάφραση Maria Druais και Bernard Sesé, εισαγωγή του José Augusto Seabra, επίλο-γος της Teresa Rita Lopes, Librairie José Corti, Ibériques, Παρίσι, 1989, σσ. 104-105.
κου είναι σαφείς. Ωστόσο η Μαρία, παρότι συνομιλεί με τον Διάβολο, ταξιδεύει μαζί του και τον συμπονεί στη μοναξιά του, ξεχνά ή αρνείται τη συνάντηση τους. Το παράδοξο όμως αυτό ταξίδι εγγράφεται ανεξίτηλα στη μνήμη του παιδιού που φέρει μέσα της και γίνεται ο σπόρος της ποιητικής δη-μιουργίας: Ο γιος της, όταν γεννήθηκε, έμοιαζε απολύτως φυ-σιολογικός, αλλά όεν άργησε να φανεί ότι επρόκειτο για ιδιο-φυΐα, Τα ποιήματά του έχουν ένα ύφος παράξενο και σελη-νιακό. Τα διαπνέει ένας πόθος για υχρηλά πράγματα, ίδιος με τον πόθο που ενέπνευσε εκείνον που, μια μέρα, σε κάποια προηγούμενη ζωή του, πέταξε πάνω απ' όλες τις πολιτείες της γης. Τους στίχους του διατρέχει ένα όραμα μεγάλων γεφυ-ριών, ανεξήγητο από τις μέχρι τώρα εμπειρίες του. Και μια φορά, & ένα ποίημα που έγραψε σαν σε όνειρο, λέει ότι κάτι μέσα του δοκίμασε τον πειρασμό, σαν τον Χριστό, κάπου ψη-λά, εκεί απ' όπου βλέπει κανείς ολόκληρο τον κόσμο. Παρά τις προοτεϊκές διαστάσεις της προσωπικότητας αλ-λά κυρίως της ίδιας της ποιητικής δημιουργίας του Πεσσόα, τις πολλαπλές και συχνά αλληλοαναιρούμενες εκφράσεις της που καταλύουν την παραδοσιακή σχέση ανάμεσα στον δημιουργό και το έργο του, η πίστη στον αποκρυφισμό, το εν-διαφέρον για τη θεοσοφία, την Καβάλλα, την προβιβλική ε-ποχή, την αλχημεία, τη μαγεία, την αστρολογία, την αριθμο-λογία και τη μασονία δηλώνονται σαφέστατα και επανειλημ-μένως σε όλο του σχεδόν το έργο. Είτε πρόκειται για τον
πρόδρομο των ετερωνύμων Αλεξάντερ Σερτς, που γράφει στα αγγλικά, είτε για τα Απόκρυφα ποιήματα που υπογρά-φει ως Φερνάντο Πεσσόα, ειτε για το θεατρικό δράμα με τον τίτλο Φάουστ που δεν σταμάτησε να γράφει καθ' όλη του τη ζωή, είτε για την ίδια του την αλληλογραφία, οι αναφορές στα θέματα αυτά είναι πολλαπλές και εκφράζονται σχεδόν με τους ίδιους όρους, παραπέμποντας πάντοτε στο κλειδί της ποιητικής δημιουργίας. Περισσότερο κι από ποιητής, ο Φερ-νάντο Πεσσόα υπήρξε ένας ερμητικός, συνειδητός και ολο-κληρωμένος φιλόσοφος, γράφει η Yvette Centeno.^ Μτ/ν χνεις και μην πιστεύεις: όλα είναι απόκρυφα, είναι ο τελευ-ταίος στίχος του ποιήματος «Χριστούγεννα», που αποτελεί μέρος των Απόκρυφων ποιημάτων του. Η ποιητική δημιουργία είναι μύηση και ο διάβολος μύ-στης, χωρίς ωστόσο να είναι κάτοχος όλων των μυστικών. Ο Πεσσόα είναι δεκαεννιά ετών όταν, σης 2 Οκτωβρίου 1907, ο πρόδρομος των ετερωνύμων του Αλεξάντερ Σερτς κλείνει συμμαχία με τον Διάβολο: Συμμαχία μεταξύ του Αλεξάντερ Σερτς, κατοίκου της Κολάσεως, Πουθενά, και του Ιακώβου Σατανά, κυρίου αλλά όχι βασιλέως του εν λόγω μέρους (ακο-λουθούν οι υπογραφές των δυο συμβαλλομένων). Ο Διάβο-λος του Πεσσόα δηλώνει την εκλεκτική του συγγένεια με τον Σαίξπηρ και τον Γκαίτε και επικαλείται τη φιλία τους.
2. Yvette Κ. Centeno, Fernando Pessoa. Ο amor, α morte, α iniciação, ed. A Regra do Jogo, Λισαβόνα, 1985, σ. 10.
ενώ συνομιλεί μαζί τους ως Εωσφόρος στον Φάουστ, Είναι ένας κρίκος της μυστικής ιεραρχίας, μεσολαβητής μεταξύ ανθρώπων και θεών, που συνεχίζει τη μοναχική του περι-πλάνηση, ρίχνοντας ωστόσο σε κάποιες ανθρώπινες ψυχές το σπόρο του Ρήματος. Ο Διάβολος δεν είναι μόνο δημιουργός ποιητών, αλλά ποιητής κι ο ίδιος. Είμαι από τη φύση μου ποιητής.,, δηλώνει απερίφραστα. Η γλώσσα που μιλάει δεν μας είναι άγνωστη. Στη σαγηνευτική του φωνή αναγνωρίζουμε διαδοχικά τη χροιά άλλων γνώριμών μας φωνών, διότι αν ο Πεσσόα πολ-λαπλασιάστηκε μέσω της ετερωνυμίας, ο Διάβολος, χωρίς να καταργεί τη μοναδικότητα του κάθε ετερώνυμου ποιητή, επαναφέρει κατά κάποιον τρόπο την Ενότητα, οικειοποιοϋ-μενος τις σκέψεις τους, τις θέσεις τους, τα συναισθήματά τους, με μόνη εξαίρεση τον Αλμπέρτο Καέιρο, ο οποίος δη-λώνει τη σαφή αποστροφή του για τον κόσμο των μυστηρί-ων: Οι απόκρυφοι ποιητές είναι άρρωστοι φιλόσοφοι, / Και οι φιλόσοφοι είναι άνθρωποι τρελοί. Στον παραληρηματικό αυτό μονόλογό του ο Διάβολος βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τους ποιητές. Τους μιμείται άραγε διαβολικά ή μήπως αυτός είναι ο εμπνευστής όλων τους, ο Ποιητής: Δεν θα 'χουμε φύλο, δεν θα 'χουμε αγάπη, δηλώνει ο Αλεξάντερ Σερτς και συνεχίζει: Σπίτι, ανάπαυση, παιδί, γυναίκα / Τίποτα από αυτά δεν είναι για μένα, και επαναλαμβάνει ο ίδιος ο ΤΙ^οοοα:Άλλοι θα έχουν I Ένα
σπί-τι και, ποιος ξέρει; Αγάπη, ειρήνη, φίλο. / Απόλυτη, μαύρη και κρύα μοναξιά I Είναι μαζί μου για να βρει τον αντίλα-λο του οτην Ώρα τον Διαβόαντίλα-λου, όπου ο Διάβοαντίλα-λος δηλώνει την ελλειψη φύλου και την απόλυτη μοναξιά του:... περισσό-τερο αξίζει η γαλήνη και η ειρήνη μιας οικογενειακής βρα-διάς δίπλα στο τζάκι από όλη αυτή τη μεταφυσική των μυ-στηρίων, στην οποία εμείς, θεοί και άγγελοι, είμαστε καταδι-κασμένοι από τη φύση μας. Διάβολος και Ποιητής μένουν αμέτοχοι στη ζωή των αν-θρώπων. Δεν την αγνοούν, την παρατηρούν από απόσταση, και αυτή η παρατήρηση του κόσμου των ανθρώπων παίρνει ε-νίοτε τη μορορη μιας αφ' υψηλού θέασης. Τη μοναχική αυτή στάση περιγράφει ο Διάβολος ως εξής: Σκύβω καμιά φορά πάνω από την απέραντη γη, ξαπλωμένος στην άκρη τον υψιπέ-δου που δεσπόζει των πάντων,,, και ο Μπερνάντο Σοάρες στο Βιβλίο της ανησυχίας: Σκύβω από ένα απ' τα μπαλκόνια τον γραφείου, εγκαταλειμμένος,,, σκύβω πάνω από το δρόμο,,, Η μοναχική αυτή ενατένιση του κόσμου των θνητών, και μάλιστα από μια υψηλότερη θέση, παραπέμπει ισως στο χα-μένο τους θρόνο. Ήμουν βασιλιάς, /Παραιτήθηκα με τη βού-λησή μου /Από το θρόνο μου όλο όνειρα και κούραση, δηλώ-νει ο Πεσσόα στο ποίημα «Παραίτηση», που αποτελεί επί-σης μέρος των Απόκρυφων ποιημάτων, και ο Ρικάρντο Ρέις: Κάθισε στον ήλιο, Παραιτήσου/ Και γίνε βασιλιάς του εαυτού σου, ενώ ο Διάβολος δεν παύει να επαναλαμβάνει στη
συνο-μιλήτριά του την κούραση του και να εξιστορεί την ιστορία του χαμένου του θρόνου. Μοναχικοί παρατηρητές της ζωής, πρώην βασιλείς, η ανυπαρξία είναι η μόνη υπόσταση την οποία αποδέχονται και μάλιστα διακηρύττουν: Δεν είμαι τίποτα, δηλώνει ο Άλβαρο ντε Κάμπος στο ποίημα που φέρει τον τίτλο «Κα-πνοπωλείο», και ο Ρικάρντο Ρέις: Δεν είμαστε τίποτα που ν' αξίζει / Κί αυτό το τίποτα είναι λιγότερο απ' το τίποτα, φρά-σεις που βρίσκουν τον απόηχό τους στην Ώρα τον Διαβόλου: Είμαι η ενσάρκωση τον τίποτα. Και για όποιον ζητά να κατανοήσει ορθολογιστικά όλα αυτά, Ποιητής και Διάβολος δίνουν ομόφωνα την απάντηση: Το καθετί είναι σύμβολο και αναλογία, λέει ο πρώτος στίχος της πρώτης πράξης του Φάονστ, ενώ ο Διάβολος υπαινίσσε-ται: Το καθετί είναι σύμβολο και παλινδρόμηση,.. Την οριστική του προσχώρηση στον κόσμο των μυστηρίων και της ποίησης δεν διστάζει να αναγγείλει και ο «άνθρωπος Πεσσόα», καθώς απευθύνει τον τελευταίο χαιρετισμό στην αρραβωνιαστικιά του Οφέλια — μοναδικό έρωτα της ζωής του — με τον οποίο δηλώνει το τέλος της σχέσης τους: Το πε-πρωμένο μον ορίζεται από ένα νόμο πον εσείς αγνοείτε ακό-μη και την ύπαρξη τον, και νπακούει όλο και πιο πολύ σε Δα-σκάλονς πον όεν συναινούν ούτε και συγχωρούν. ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑ
Νο lighty but rather darkness visible. Αυτές οι φλόγες όεν εκπέμπουν ψως^
ότι βρισκόταν στο δρόμο όπου έμενε, λίγα βήματα από το σπίτι της. Έμεινε ακίνητη. Κατόπιν γύρισε πίσω της για να εκφράσει την έκπληξη της στο συνοδό της. Αλλά πίσω της δεν υπήρχε κανείς. Δεν φαινόταν παρά ο δρόμος, σεληνια-κός και έρημος, όπου κανένα κτήριο δεν μπορούσε να είναι ή να μοιάζει με σιδηροδρομικό σταθμό. Ζαλισμένη, μισοκοιμισμένη, αλλά εσωτερικά σε εγρή-γορση και ανήσυχη, προχώρησε μέχρι το σπίτι της. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Ανέβηκε τις σκάλες. Στον επάνω όρο-φο συνάντησε, ακόμη ξύπνιο, τον άντρα της. Διάβαζε στο γραφείο και όταν εκείνη μπήκε άφησε το βιβλίο του. «Λοιπόν;» τη ρώτησε. Κι εκείνη: «Περάσαμε πολύ ωραία. Η γιορτή είχε πολύ ενδιαφέ-ρον». Και πρόσθεσε πριν τη ρωτήσει:
«Κάποιοι που ήταν μαζί μου στο χορό με έφεραν με το αυτοκίνητο ως την αρχή του δρόμου. Δεν θέλησα να με συ-νοδεύσουν μέχρι την πόρτα. Επέμεινα να κατέβω εκεί. Πό-σο κουρασμένη νιώθω!» Ύστερα, κάνοντας μια κίνηση που έδειχνε τη μεγάλη της κούραση και ξεχνώντας να τον φιλήσει, πήγε να ξαπλώσει. Ο γιος της, όταν γεννήθηκε, έμοιαζε απολύτως φυσιολο-γικός, αλλά δεν άργησε να φανεί ότι επρόκειτο για ιδιοςρυΐα. Τα ποιήματά του έχουν ένα ύφος παράξενο και σεληνιακό. Τα διαπνέει ένας πόθος για υψηλά πράγματα, ίδιος με τον πόθο που ενέπνευσε εκείνον που, μια μέρα, σε κάποια προ-ηγούμενη ζωή του, πέταξε πάνω απ' όλες τις πολιτείες της γης. Τους στίχους του διατρέχει ένα όραμα μεγάλων γεφυ-ριών, ανεξήγητο από τις μέχρι τώρα εμπειρίες του. Και μια φορά, σ' ένα ποίημα που έγραψε σαν σε όνειρο, λέει ότι κά-τι μέσα του δοκίμασε τον πειρασμό, σαν τον Χριστό, κάπου ψηλά, εκεί απ' όπου βλέπει κανείς ολόκληρο τον κόσμο. Κάτω, σε μια απόσταση τόσο μεγάλη που δεν τη χωράει ο νους, φαίνονταν, σαν διάσπαρτα άστρα, μεγάλες κηλίδες φωτός — το δίχως άλλο πόλεις της γης. Ο Διάβολος της τις έδειξε. «Είναι οι μεγάλες πολιτείες του κόσμου: αυτό είναι το Λονδίνο» — και έδειξε μια πόλη κάτω μακριά. «Αυτό εί-ναι το Βερολίνο», και έδειξε μια άλλη. «Κι αυτό εκεί είεί-ναι
το Παρίσι. Είναι κηλίδες φωτός μέσα στο σκότος, κι εμείς, στο γεφύρι αυτό, περνάμε ψηλά από πάνω τους, προσκυνη-τές του μυστήριου και της γνώσης». «Τι φοβερό και εξαίσιο θέαμα! Τι είναι όλο αυτό εκεί κάτω;» «Αυτό, κυρία μου, είναι ο κόσμος. Από εδώ, με την προ-τροπή του Θεού, έβαλα σε πειρασμό τον Υιό Του, τον Ιη-σού. Αλλά χωρίς αποτέλεσμα, όπως το περίμενα, γιατί ο Υιός ήταν πιο μυημένος από τον Πατέρα και βρισκόταν σε άμεση επαφή με τους Ανώτερους Αγνώστους του Τάγματος. Ήταν μια δοκιμασία, όπως λέγεται στη γλώσσα της μύησης, και ο Υποψήφιος ανταποκρίθηκε επιτυχώς». «Δεν καταλαβαίνω καλά. Από εδώ, στ' αλήθεια, βάλατε σε δοκιμασία τον Χριστό;» «Ναι. Είναι σαφές ότι εκεί που σήμερα υπάρχει μια απέ-ραντη πεδιάδα υπήρχε τότε ένα βουνό. Και στην άβυσσο παρατηρούνται γεωλογικά φαινόμενα. Από δω που περνά-με ήταν η κορφή του. Το θυμάμαι πολύ καλά! Ο Υιός του Ανθρώπου με έδιωξε πιο πέρα κι από τον Θεό. Υπάκουσα γιατί ήταν το καθήκον μου, η συμβουλή και η διαταγή του Θεού. Τον έβαλα σε δοκιμασία με ό,τι υπήρχε. Αν είχα ακο-λουθήσει τη δική μου γνώμη, θα τον δοκίμαζα με ό,τι δεν εί-ναι δυνατόν να υπάρχει. Ίσως η ιστορία του κόσμου γενι-κώς, και της χριστιανικής θρησκείας ειδιγενι-κώς, να ήταν
δια-φορετικές. Αλλά τι μπορεί να κάνει ο Θεός που δημιούργη-σε αυτόν εδώ τον κόσμο, και ο επαρχιώτης διάβολος που εί-μαι εγώ, ενάντια στη δύναμη του Πεπρωμένου, που είναι ο ανώτατος αρχιτέκτονας όλων των κόσμων;» «Αλλά πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζουμε κάτι και ταυτόχρονα να το αρνούμαστε;» «Είναι ο νόμος της ζωής, καλή μου κυρία. Το σώμα ζει για-τί αποσυνγια-τίθεται, όχι όμως ελπτελώς. Αν δεν αποσυνγια-τίθετο ανά πάσα στιγμή, θα ήταν ορυκτό. Η ψυχή ζει γιατί βρίσκεται συνεχώς υπό το κράτος του πειρασμού, παρότι ανθίσταται. Οτιδήποτε ζει εναντιώνεται σε κάτι. Και εγώ είμαι αυτός προς τον οποίο εναντιώνονται τα πάντα. Αλλά, αν δεν υπήρ-χα, τίποτα δεν θα υπήρχε, γιατί δεν θα υπήρχε κάτι στο οποίο να εναντιωθεί κανείς, όπως το περιστέρι του μαθητή μου του Καντ, το οποίο επειδή πετάει εύκολα στον ελαφρύ αέρα, θε-ωρεί ότι θα μπορούσε να πετάξει καλύτερα στο κενό». «Η μουσική, το σεληνόφως και τα όνειρα είναι τα μαγι-κά μου όπλα. Ωστόσο ως μουσική δεν πρέπει να νοείται μό-νο η μουσική που παίζεται, αλλά κι εκείνη που δεν θα παι-χθεί ποτέ. Ούτε και ως σεληνόφως πρέπει να νοείται αυτό που προέρχεται από τη σελήνη και κάνει τα δέντρα να φαί-νονται μεγαλύτερα. Υπάρχει κι άλλο σεληνόφως, που δεν το εξουδετερώνει ούτε κι ο ίδιος ο ήλιος, και σκοτεινιάζει
κα-ταμεσήμερο αυτό που τα πράγματα παριστάνουν ότι είναι. Μόνο τα όνειρα είναι πάντοτε αυτό που είναι. Είναι εκείνο το μέρος του εαυτού μας όπου γεννηθήκαμε και όπου είμα-στε πάντοτε εμείς, ο εαυτός μας». «Αλλά, αν ο κόσμος είναι δράση, πώς γίνεται και το όνει-ρο αποτελεί μέόνει-ρος του κόσμου;» «Είναι γιατί το όνειρο, καλή μου κυρία, είναι δράση που έγινε ιδέα, και γι' αυτό το λόγο διατηρεί τη δύναμη του κό-σμου απορρίπτοντας την ΰλη, δηλαδή το να υπάρχει κανείς μέσα στο χώρο. Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι μέσα στο όνει-ρο είμαστε ελεύθεόνει-ροι;» «Ναι, και τι θλίψη να ξυπνάει κανείς...» «Ο καλός ονειροπόλος δεν ξυπνά. Δεν ξύπνησα ποτέ. Ο ίδιος ο Θεός πιστεύω πως κοιμάται διαρκώς. Μου το είπε κάποτε...» Εκείνη τον κοίταξε αναρριγώντας και ξαφνικά ένιωσε φόβο, ένα συναίσθημα από τα κατάβαθα της ψυχής της που ποτέ της δεν είχε δοκιμάσει. «Μα επιτέλους, ποιος είστε; Γιατί είστε έτσι μεταμφιε-σμένος;» «Θα απαντήσω με μια μόνο απάντηση και στις δυο σας ερωτήσεις. Δεν είμαι μεταμφιεσμένος». «Πώς;»
«Καλή μου κυρία, είμαι ο Διάβολος. Ναι, είμαι ο Διάβο-λος. Αλλά μη με φοβάστε, μην τρομάζετε». Και με μια τρομαγμένη ματιά, στην οποία κρυφόκαιγε μια πρωτόγνωρη ηδονή, εκείνη αναγνώρισε ξαφνικά πως ήταν αλήθεια. «Είμαι πράγματι ο Διάβολος. Μην τρομάζετε, γιατί είμαι στ' αλήθεια ο Διάβολος, και γι' αυτό δεν κάνω κακό. Ορι-σμένοι μιμητές μου, στη γη και πάνω από τη γη, είναι επικίν-δυνοι, όπως όλοι οι αντιγραφείς, γιατί δεν γνωρίζουν το μυ-στικό της ΰπαρξής μου. Ο Σαίξπηρ, τον οποίο ενέπνευσα πολλές φορές, μου απένειμε δικαιοσύνη. Λέει ότι είμαι κύ-ριος. Γι' αυτό ησυχάστε. Είστε με καλή παρέα. Είμαι ανίκα-νος να προφέρω μια λέξη, να κάνω μια χειρονομία που θα προσέβαλλε μια κυρία. Ακόμη κι αν δεν μου το υπαγόρευε η ίδια μου η φύση, θα μου το επέβαλλε ο Σαίξπηρ. Αλλά, πραγματικά, δεν είναι απαραίτητο. »Υπάρχω από την αρχή του κόσμου και ήμουν ανέκαθεν είρων. Αλλά, όπως θα γνωρίζετε, όλοι οι είρωνες είναι ακίν-δυνοι εκτός κι αν θέλουν να χρησιμοποιήσουν την ειρωνεία για να υπαινιχθούν κάποια αλήθεια. Εγώ ποτέ μου δεν ισχυ-ρίστηκα ότι θα πω την αλήθεια σε κανέναν — αφενός γιατί δεν χρησιμεύει σε τίποτα, και αφετέρου γιατί δεν τη γνωρί-ζω. Κι ούτε ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο παντοδύναμος Θεός, πιστεύω πως τη γνωρίζει. Αλλά αυτά είναι οικογε-νειακές υποθέσεις.
>/Ισως δεν ξέρετε γιατί σας έφερα εδώ, σ' αυτό το ταξίδι που δεν έχει πραγματικό προορισμό ούτε συγκεκριμένο σκοπό. Δεν είναι, όπως ίσως νομίσατε, για να σας βιάσω ή να σας αποπλανήσω. Αυτά συμβαίνουν στη γη, μεταξύ των ζώων, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων, και φαί-νεται ότι προσφέρουν ηδονή ακόμη και στα θύματα, απ' ό,τι με πληροφορούν από εκεί κάτω. »Άλλωστε θα μου ήταν αδύνατο. Αυτά τα πράγματα συμ-βαίνουν στη γη γιατί οι άνθρωποι είναι ζώα. Είναι αδιανόη-τα για τη δική μου κοινωνική θέση στο σύμπαν — όχι γιατί η ηθική είναι καλύτερη, αλλά γιατί εμείς οι άγγελοι δεν έχου-με φύλο. Και αυτό αποτελεί, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου, τη μεγαλύτερη εγγύηση. Μπορείτε συνεπώς να είστε ή-συχη, θα επιδείξω σεβασμό. Γνωρίζω ότι υπάρχουν δευτε-ρεύουσες και ανώφελες ασέβειες, όπως αυτές των σύγχρο-νων μυθιστοριογράφων και των γηρατειών. Αλλά ακόμη κι αυτές δεν μπορώ να τις διαπράξω, γιατί η έλλειψη φύλου σ' εμάς υπάρχει από απαρχής κόσμου και ποτέ δεν με απασχό-λησαν αυτά τα θέματα. Λένε ότι πολλές μάγισσες είχαν πά-ρε-δώσε μαζί μου, αλλά είναι ψέματα. Ίσως όμως και να μην είναι ψέματα, γιατί αυτός με τον οποίο είχαν πάρε-δώσε ήταν η φαντασία τους, που, κατά κάποιον τρόπο, είμαι εγώ. »Μείνετε το λοιπόν ήσυχη. Διαφθείρω, είναι βέβαιο, για-τί κάνω τους άλλους να φαντάζονται. Αλλά ο Θεός είναι χει-ρότερος, κατά μία έννοια τουλάχιστον, γιατί έπλασε το
φθαρτό σώμα, το οποίο από αισθητική άποψη είναι πολΰ κατώτερο. Τα όνειρα τουλάχιστον δεν σαπίζουν. Παρέρχο-νται. Δεν είναι καλύτερα έτσι; »Αυτό ακριβώς σημαίνει ο αριθμός 18 της μεγάλης μυστι-κής κλείδας. Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω καλά το Ταρό, γιατί ακόμη δεν κατάφερα να μάθω τα μυστικά του, σε αντίθεση με όλους αυτοΰς τους ανθρώπους στον κόσμο που το κατέ-χουν τέλεια». «Δεκαοκτώ; Ο άντρας μου έχει το βαθμό 18 στη Μασονία». «Στη Μασονία; Όχι. Σε ένα από τα τελετουργικά της Μασονίας. Αλλά παρ' όλα όσα λέγονται, δεν έχω καμία σχέ-ση με τη Μασονία και ακόμη λιγότερο με το βαθμό αυτό. Αναφερόμουν στον αριθμό 18 της μεγάλης μυστικής κλείδας του Ταρό, δηλαδή του κλειδιού ολόκληρου του σύμπαντος, που άλλωστε γνωρίζω ελλιπώς, όπως και την Καβάλλα, την οποία οι δάσκαλοι του Μυστικού Δόγματος γνωρίζουν κα-λύτερα από μένα. »Αλλά ας αφήσουμε αυτή την καθαρά δημοσιογραφική ενημέρωση. Ας μην ξεχνάμε ότι είμαι ο Διάβολος. Ας είμα-στε λοιπόν διαβολικοί. Πόσες φορές με ονειρευτήκατε;» «Απ' όσο ξέρω, ποτέ», απάντησε χαμογελώντας η Μα-ρία, κοιτάζοντάς τον με τα μάτια ορθάνοιχτα. «Δεν ονειρευτήκατε ποτέ τον Πρίγκιπα του παραμυθιού, τον Τέλειο Άντρα, τον ακαταπόνητο εραστή; Δεν νιώσατε ποτέ δίπλα σας, σαν σε όνειρο, αυτόν που θα σας χάιδευε
όπως δεν χαϊδεύει κανείς, αυτόν που θα ήταν δικός σας σαν να ήσασταν μέσα του, αυτόν που θα ήταν ταυτόχρονα πατέ-ρας, άντρας και γιος σας, σε μια τριπλή και ταυτόχρονα μο-ναδική αίσθηση;» «Αν και δεν σας καταλαβαίνω απόλυτα, ναι, νομίζω πως σκέφτηκα και ένιωσα έτσι. Είναι λίγο δύσκολο, ξέρετε, να το ομολογήσει κανείς». «Ήμουν εγώ, ανέκαθεν εγώ, εγώ ο Όφις —αυτός είναι ο ρόλος που μου δόθηκε — από τη γένεση του κόσμου. Πρέ-πει διαρκώς να βάζω τους άλλους σε Πρέ-πειρασμό, αλλά, βέ-βαια, με τη μεταφορική και την απλοϊκή έννοια της λέξης, γιατί ο πραγματικός πειρασμός είναι άσκοπος». «Οι Έλληνες είναι αυτοί που με την παρεμβολή του Ζυ-γού έκαναν τα δέκα αρχικά ζώδια του ζωδιακού κύκλου έντεκα. »Και ο Όφις, με την εισαγωγή της κριτικής, μετέτρεψε ουσιαστικά την αρχική δεκάδα σε δωδεκάδα. [...]» «Πραγματικά, δεν καταλαβαίνω τίποτα». «Ας μην καταλαβαίνετε. Ακούστε απλώς. Κάποιοι άλλοι θα καταλάβουν». «(...) Οι καλύτερες δημιουργίες μου — το σεληνόφως και η ειρωνεία». «Δεν μοιάζουν και πολύ μεταξύ τους...»
«Όχι, γιατί ούτε κι εγώ μοιάζω με τον εαυτό μου. Αυτό μου το ελάττωμα είναι και η αρετή μου. Γι' αυτό ακριβώς εί-μαι ο Διάβολος». «Και πώς αισθάνεστε;» «Κουρασμένος, κυρίως κουρασμένος. Κουρασμένος από τα άστρα και τους νόμους, και με κάποια διάθεση να μείνω έξω από το σύμπαν και να διασκεδάζω στα σοβαρά με οτι-δήποτε. Τώρα δεν υπάρχει κενό, ακόμη και χωρίς αιτία. Και θυμάμαι παλαιές ιστορίες —ναι πολύ παλαιές— στα βασί-λεια του Εδώμ, όπως λεγόταν πριν το Ισραήλ. Παραλίγο να γίνω βασιλιάς τους, και σήμερα είμαι εξόριστος από το βα-σίλειο που δεν απέκτησα». «Δεν γνώρισα παιδική ηλικία, μήτε εφηβεία, και κατά συνέπεια δεν ανδρώθηκα. Είμαι το απόλυτο αρνητικό, η εν-σάρκωση του τίποτα. Αυτό που επιθυμούμε χωρίς ποτέ να το αποκτήσουμε, αυτό που ονειρευόμαστε γιατί δεν μπορεί να υπάρξει — εκεί βρίσκεται το βασίλειό μου του τίποτα και εκεί είναι ο θρόνος μου που δεν μου τον έδωσαν. Αυτό που θα μπορούσε να έχει γίνει, αυτό που θα έπρεπε να έχει υπάρξει, αυτό που ο νόμος ή το Πεπρωμένο δεν έδωσαν — το έσπειρα απλόχερα στην ψυχή του ανθρώπου που
ταρά-χτηκε νιώθοντας την έντονη ζωή αυτού που δεν υπάρχει. Εί-μαι η λήθη όλων των υποχρεώσεων, ο δισταγμός όλων των προθέσεων. Οι θλιμμένοι και κουρασμένοι από τη ζωή, όταν εγκαταλείψουν πια τις ψευδαισθήσεις τους, υψώνουν σ' εμέ-να τα μάτια τους, γιατί κι εγώ, με τον τρόπο μου, εδώ και αιώνες, είμαι το λαμπερό Αστέρι του πρωινού. Και τώρα ήρ-θε άλλος να με αντικαταστήσει». «Η ανθρωπότητα είναι παγανιστική. Ποτέ καμιά θρη-σκεία δεν την άγγιξε βαθιά. Ούτε και μπορεί η ψυχή του κοινού ανθρώπου να πιστέψει στην αθανασία αυτής της ίδιας της ψυχής. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που ξυπνά χω-ρίς να ξέρει ούτε πού ούτε γιατί. »Όταν λατρεύει τους Θεούς, τους λατρεύει σαν να επρόκει-το για φετίχ. Η θρησκεία επρόκει-του μοιάζει με μαγεία. Έτσι ήταν ανέ-καθεν, έτσι είναι κι έτσι θα είναι. Οι θρησκείες δεν είναι παρά αυτό που ξεφεύγει από τη σφαίρα των μυστηρίων και εισέρχε-ται στο χώρο του εγκόσμιου, το οποίο όμως ο άνθρωπος δεν το εννοεί, καθότι, από τη (ρύση του, δεν μπορεί να το ελ^οήσει. »Οι θρησκείες είναι σύμβολα, και οι άνθρωποι εκλαμβά-νουν τα σύμβολα όχι ως ζωές (όπως πράγματι είναι), αλλά ως πράγματα (το οποίο δεν είναι δυνατόν να είναι). Προ-σπαθούν να εξευμενίσουν τον Δία σαν να υπήρχε, αλλά πο-τέ σαν να ζούσε (σαν να ζούσε αλλά ποπο-τέ σαν να υπήρχε).
Όταν χύνεται αλάτι, ρίχνουν μια χονψια απ' αυτό με το δε-ξί χέρι πάνω από τον αριστερό ώμο. Όταν υβρίζουν τον Θεό, λένε κάμποσα Πάτερ ημών. Η ψυχή εξακολουθεί να είναι ειδωλολατρική και δεν τους απομένει παρά να ξεθά-ψουν τον Θεό. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που φύτεψαν μια α-κακία (το αθάνατο ςρυτό) πάνω από τον τάφο του, για να τον αναστήσουν όταν θα έρθει η ώρα. Αλλά αυτοί είναι οι εκλε-κτοί που αξιώθηκαν να τον βρουν γιατί τον ζήτησαν. »Το μόνο στο οποίο διαφέρει ο άνθρωπος από το ζώο εί-ναι ότι ξέρει πως δεν είεί-ναι ζώο. Είεί-ναι το πρώτο φως που δεν είναι τίποτε άλλο από ορατό σκότος. Είναι η αρχή, γιατί το να βλέπεις τα σκότη σημαίνει ότι δέχεσαι το φως τους. Εί-ναι το τέλος, γιατί σημαίνει ότι μαθαίνεις, μέσω της όρασης, ότι γεννήθηκες τυφλός. Έτσι το ζώο γίνεται άνθρωπος μέσω της άγνοιας που γεννιέται μέσα του. »Εποχές συσσωρεύονται επί εποχών και χρόνοι επί χρό-νων, και το μόνο που κάνεις είναι να βαδίζεις στην περιφέ-ρεια ενός κύκλου που στο κέντρο του βρίσκεται η αλήθεια. »Η αρχή της επιστήμης είναι να γνωρίζουμε την άγνοιά μας. Ο κόσμος που είναι όπου βρισκόμαστε, η σάρκα που εί-ναι αυτό που είμαστε, ο Διάβολος που είεί-ναι αυτό που επιθυ-μούμε, τα τρία αυτά, τη Μεγάλη Ώρα, σκότωσαν μέσα μας τον Δάσκαλο που είχαμε προορισμό να γίνουμε. Και το μυ-στικό που κατείχε και θα μας επέτρεπε να γίνουμε σαν αυ-τόν, το μυστικό αυτό χάθηκε».
«Κι εγώ επίσης, καλή μου κυρία, είμαι το Λαμπερό Αστέ-ρι του Πρωινού. Ήμουν το αστέΑστέ-ρι αυτό πΑστέ-ριν ο Ιωάννης μι-λήσει, γιατί η Πάτμος υπάρχει πριν από την Πάτμο, και τα μυστήρια πριν από όλα τα μυστήρια. Χαμογελώ όταν σκέ-φτονται (σκέφτομαι) ότι είμαι η Αφροδίτη σε μια άλλη κλί-μακα συμβόλων. Αλλά τι σημασία έχει; Όλο αυτό το σύ-μπαν, με τον Θεό του και τον Αιάβολό του, με ό,τι υπάρχει σ' αυτό από ανθρώπους και πράγματα που αυτοί βλέπουν, είναι ένα ιερογλυφικό σύμπλεγμα που πρέπει διαρκώς να αποκρυπτογραφούμε. Είμαι —είναι το επάγγελμά μου — δάσκαλος της Μαγείας. Ωστόσο δεν ξέρω τι είναι η Μαγεία. »Η ανώτερη μύηση τελειώνει με την ενσάρκωση της ερώ-τησης κατά πόσον υπάρχει κάτι που υπάρχει. Ο μεγαλύτε-ρος έρωτας είναι ένας βαθύς ύπνος, σαν αυτόν που κοιμό-μαστε όταν αγαπιόκοιμό-μαστε. Ενίοτε εγώ ο ίδιος, που θα έπρε-πε να έχω φτάσει στο ανώτερο σκαλοπάτι της μύησης, ρω-τάω αυτό που μέσα μου είναι επέκεινα του Θεού, αν όλοι αυτοί οι Θεοί και όλα αυτά τα άστρα δεν είναι τίποτα περισ-σότερο από οπτασίες του εαυτού τους, απέραντες λησμο-νιές της αβύσσου. »Μην εκπλήσσεστε που σας μιλάω κατ' αυτό τον τρόπο. Είμαι από τη φύση μου ποιητής γιατί είμαι η αλήθεια που μι-λάει κατά λάθος, και όλη μου η ζωή τελικά είναι ένα ιδιάζον σύστημα ηθικής μεταμφιεσμένο σε αλληγορία και εικονο-γραφημένο με σύμβολα».
«Όχι», είπε εκείνη γελώντας, «θα υπάρχει πάντοτε μια αληθινή θρησκεία. Ναι», και γέλασε δυνατά, «ή τότε όλες είναι ψεύτικες». «Καλή μου κυρία, όλες οι θρησκείες είναι αληθινές, όσο κι αν φαίνεται ότι εναντιώνεται η μια στην άλλη. Πρόκειται για διαφορετικά σύμβολα της ίδιας πραγματικότητας. Είναι σαν την ίδια φράση ειπωμένη σε διαφορετικές γλώσσες. Με αποτέλεσμα, αν και λένε το ίδιο πράγμα, να μην καταλαβαί-νουν οι μεν τους δε. Όταν ένας ειδωλολάτρης λέει Δίας και ένας χριστιανός λέει Θεός, εκφράζουν την ίδια συγκίνηση με διαφορετικούς όρους της διάνοιας. Σκέφτονται διαφορετικά την ίδια ενόραση. Το χουζούρεμα μιας γάτας στον ήλιο ισο-δυναμεί με την ανάγνωση ενός βιβλίου. Ένας άγριος ζει την καταιγίδα με τον ίδιο τρόπο που ένας Εβραίος κοιτά-ζει τον Γιαχβέ, ένας άγριος κοιτάκοιτά-ζει τον ήλιο με τον ίδιο τρό-πο τρό-που ένας χριστιανός κοιτάζει τον Χριστό. Γιατί άραγε, καλή μου κυρία; Γιατί κεραυνός και Γιαχβέ, ήλιος και Χρι-στός, είναι διαφορετικά σύμβολα του ίδιου πράγματος. »Ζούμε σ' αυτό τον κόσμο των συμβόλων, στον ίδιο σκο-τεινό και φωσκο-τεινό ναό — ορατό σκότος, τρόπος του λέγειν, και κάθε σύμβολο είναι μια αλήθεια που μπορεί να υποκα-ταστήσει την αλήθεια έως ότου ο χρόνος και οι συνθήκες αποκαταστήσουν την πραγματική αλήθεια».
«Διαφθείρω αλλά φωτίζω. Είμαι το Λαμπερό Αστέρι του Πρωινού — φράση που χρησιμοποιήθηκε ήδη δύο φορές, όχι αυθαίρετα ή αδικαιολόγητα, για κάποιον άλλο που δεν μου μοιάζει». «Ο άντρας μου είπε κάποτε ότι ο Χριστός είναι το σύμ-βολο του ήλιου...» «Ναι, καλή μου κυρία. Και γιατί να μην αληθεύει το αντί-θετο — ότι δηλαδή ο ήλιος είναι το σύμβολο του Χριστού;» «Μα όλα τα λέτε ανάποδα...» «Αυτό είναι το καθήκον μου, κυρία μου. Δεν είμαι, όπως έλεγε ο Γκαίτε, το πνεύμα που αρνείται, αλλά το πνεύμα που εναντιώνεται». «Το να εναντιώνεται κανείς είναι κακό πράγμα...» «Να εναντιώνεται σε πράξεις, ναι... Να εναντιώνεται σε ιδέες, όχι». «Και γιατί;» «Γιατί με το να εναντιώνεται κανείς σε πράξεις, ακόμη κι αν είναι κακές, παρεμποδίζει την περιστροφή του κόσμου, που είναι δράση. Αλλά το να εναντιωνόμαστε σε ιδέες έχει ως αποτέλεσμα αυτές να μας εγκαταλείπουν και να πέφτου-με στην απογοήτευση και από εκεί στο όνειρο και συνεπώς να ανήκουμε στον κόσμο».
«Καλή μου κυρία, υπάρχουν, όσον αφορά τον κόσμο αυ-τόν, τρεις διαφορετικές θεωρίες: ότι όλα είναι έργο της Τύ-χης, ότι όλα είναι έργο του Θεοΰ, και ότι όλα είναι έργο δια-φορετικών πραγμάτων, συνδυασμένων ή αλληλοδιασταυ-ρούμενων. Σκεφτόμαστε γενικώς συμφωνά με την ευαισθη-σία μας, και γι' αυτό τα πάντα ανάγονται σ' ένα πρόβλημα διάκρισης ανάμεσα στο καλό και το κακό. Εδώ και πολύ καιρό με κατασυκοφαντούν εξαιτίας αυτής της ερμηνείας. Φαίνεται ότι κανείς μέχρι τώρα δεν έχει σκεφτεί ότι οι σχέ-σεις μεταξύ των πραγμάτων —αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν πράγματα και σχέσεις— είναι υπερβολικά πολύπλοκες ώστε να μπορεί να τις εξηγήσει κάποιος θεός ή διάβολος ή και οι δυο μαζί». «Είμαι ο σεληνιακός κύριος όλων των ονείρων, ο αρχι-μουσικός όλων των σιωπών. Θυμάστε τι σκέπτεστε όταν, ολομόναχη, βρίσκεστε μπροστά σ' ένα απέραντο τοπίο με δέντρα και φεγγαρόφωτο; Δεν θυμάστε, γιατί σκεπτόσαστε εμένα, αλλά οφείλω να σας το πω: στην πραγματικότητα δεν υπάρχω. Αν υπάρχει κάτι, δεν το γνωρίζω. »Οι ακαθόριστοι πόθοι, οι μάταιες επιθυμίες, η αποστρο-φή της καθημερινότητας, ακόμη κι όταν μας αρέσει, η πλή-ξη αυτού που δεν προκαλεί πλήπλή-ξη — όλα αυτά είναι δικό μου έργο, που το δημιουργώ όταν, ξαπλωμένος στην όχθη
των μεγάλων ποταμοον της αβύσσου, σκέςρτομαι πως ούτε κι εγώ δεν ξέρω τίποτα. Τότε η σκέψη μου κατεβαίνει, ακαθό-ριστη ακτινοβολία, στις ψυχές των ανθρώπων, κι εκείνοι αι-σθάνονται διαφορετικοί από αυτό που είναι. »Είμαι ο αιώνιος Διαφορετικός, ο αιώνιος Αναβληθείς, ο αιώνιος Πλεονάζων της Αβύσσου. Βρέθηκα έξω από τη Δη-μιουργία. Είμαι ο Θεός των κόσμων που υπήρξαν πριν από τον Κόσμο - των βασιλιάδων του Εδώμ που βασίλευσαν α-νάξια πριν από τον Ισραήλ. Η παρουσία μου στον κόσμο αυ-τόν είναι η παρουσία εκείνου που ήρθε απρόσκλητος. Κου-βαλάω μνήμες πραγμάτων που δεν κατόρθωσαν να υπάρ-ξουν αλλά που προορίζονταν για να υπάρυπάρ-ξουν. (Τότε το πρόσωπο δεν κοίταζε το πρόσωπο, ούτε υπήρχε ισορροπία.) »Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχω — ούτε εγώ, ούτε τίποτε άλλο. Όλο αυτό το σύμπαν, και όλα τα άλλα σύ-μπαντα, με τους διαφορετικούς Δημιουργούς τους και τους διαφορετικούς Σατανάδες τους -λιγότερο ή περισσότερο τέλειους και εκπαιδευμένους— είναι κενά μέσα στο κενό, ανυπαρξίες που περιφέρονται, δορυφόροι στην ανώφελη τροχιά του τίποτα». «Δεν μιλάω μαζί σας αλλά με το γιο σας...» «Δεν έχω γιο... Δηλαδή πρόκειται να αποκτήσω σε έξι μήνες, πρώτα ο Θεός...»
«Μ' αυτόν μιλάω... Σε έξι μήνες; Τι είδους έξι μήνες;» «Τι είδους; Έ ξ ι μήνες...» «Έξι ηλιακούς μήνες; Ναι, βέβαια. Αλλά η εγκυμοσύνη υπολογίζεται σε σεληνιακούς μήνες, κι εγώ δεν μπορώ να υπολογίζω παρά μόνο με μήνες της Σελήνης, που είναι η κό-ρη μου, δηλαδή το πρόσωπό μου καθρεςρτισμένο στα ύδατα του χάους. Η εγκυμοσύνη κι όλες οι άλλες βρομιές της γης δεν μου λένε τίποτα, και δεν ξέρω με ποιο δικαίωμα μετρά-νε αυτά τα πράγματα με τους νόμους της Σελήνης που εγώ έδωσα. Γιατί δεν βρήκαν τίποτε άλλο; Γιατί ο Παντοδύνα-μος είχε ανάγκη από το έργο μου;» «Από την αρχή του κόσμου με υβρίζουν και με συκοφα-ντούν. Οι ίδιοι οι ποιητές — εκ φύσεως φίλοι μου — που με υπερασπίζονται, δεν με υπερασπίστηκαν αρκετά. Κάποιος — ένας Αγγλος ονόματι Μίλτον— με έκανε να χάσω, μαζί με τους οπαδούς μου, μια απροσδιόριστη μάχη που ποτέ δεν δόθηκε. Άλλος πάλι — ένας Γερμανός ονόματι Γκαίτε — μου έδωσε το ρόλο του προξενητή σε μια χωριάτικη τραγωδία. Αλλά εγώ δεν είμαι αυτό που νομίζουν. Οι Εκκλησίες με μι-σούν. Οι πιστοί τρέμουν στο όνομά μου. Αλλά, είτε το θέ-λουν είτε όχι, έχω ένα ρόλο στον κόσμο. Δεν είμαι ούτε ο επαναστατημένος εναντίον του Θεού, ούτε το πνεύμα που αρνείται. Είμαι ο Θεός της Φαντασίας, απολωλώς γιατί δεν
δημιουργώ. Εξαιτίας μου, όταν ήσουν παιδούλα, έβλεπες αυτά τα όνειρα που μοιάζουν με παιχνίδια. Εξαιτίας μου, γυναίκα πια, αγκάλιαζες τη νύχτα τους πρίγκιπες και τους ισχυρούς που κοιμούνται στα βάθη αυτών των ονείρων. Εί-μαι το Πνεύμα που δημιουργεί χωρίς να δημιουργεί, που η φωνή του είναι καπνός και η ψυχή του ένα λάθος. Ο Θεός με δημιούργησε για να τον μιμούμαι τη νύχτα. Αυτός είναι ο Ήλιος, εγώ είμαι η Σελήνη. Το φως μου αιωρείται πάνω από το καθετί που είναι μάταιο ή ψεύτικο, φωσφορισμούς, όχθες ποταμών, έλη και σκιές. »Ποιος άντρας ακούμπησε στα στήθη σου αυτό το χέρι που είναι το δικό μου; Σου έδωσαν ποτέ φιλί ίδιο με το δικό μου; Όταν τα ζεστά μακρόσυρτα απογεύματα ονειρευόσουν τόσο βαθιά που ήταν σαν να ονειρευόσουν πως ονειρεύε-σαι, δεν είδες να περνά στο βάθος των ονείρων σου μια ακαθόριστη και φευγαλέα σιλουέτα που θα σου χάριζε κά-θε ευτυχία, που θα σε φιλούσε ατελείωτα; Ήμουν εγώ. »Είμαι εγώ. Είμαι αυτός που πάντα έψαχνες και που δεν θα μπορέσεις να βρεις ποτέ. Ισως στα απροσμέτρητα βάθη της αβύσσου ο ίδιος ο Θεός με ψάχνει για να τον συμπληρώ-σω, αλλά η κατάρα του Γηραιότερου Θεού —του Κρόνου του Γιαχβέ— αιωρείται πάνω του και πάνω μου, μας χωρί-ζει ενώ θα έπρεπε να μας ενώνει, ώστε η ζωή και αυτό που επιθυμούμε από αυτή να είναι ένα και το αυτό. »Το δαχτυλίδι που φοράς και αγαπάς, η χαρά μιας
α-καθόριστης σκέψης, το ότι αισθάνεσαι καλά στον καθρέ-φτη όπου κοιτάζεσαι — μην έχεις ψευδαισθήσεις: δεν εί-σαι εσύ, είμαι εγώ. Εγώ είμαι που δένω όλες τις κορδέλες με τις οποίες διακοσμούμε τα πράγματα, που διαλέγω τα χρώματα που τα στολίζουν. Με ό,τι δεν αξίζει να υπάρχει κάνω την επικράτειά μου και το βασίλειό μου, είμαι ο απόλυτος κύριος του διάκενου και του διάμεσου, αυτού που στη ζωή δεν είναι ζωή. Η νύχτα είναι το βασίλειό μου και το όνειρο η επικράτειά μου. Ό,τι δεν έχει βάρος ή μέ-τρο μού ανήκει». «Τα ίδια προβλήματα που βασανίζουν τους ανθρώπους βασανίζουν και τους Θεούς. Ό,τι υπάρχει κάτω είναι ίδιο μ' αυτό που υπάρχει πάνω, λέει ο Τρισμέγιστος Ερμής, ο οποί-ος, όπως όλοι οι ιδρυτές θρησκειών, δεν παρέλειψε τίποτα εκτός από το να υπάρχει. Πόσες φορές ο Θεός δεν μου εί-πε, παραθέτοντας τη φράση του Αντέρο ντε Κεντάλ^: "Ωιμέ, ποιος είμαι εγώ;" »Το καθετί είναι σύμβολο και παλινδρόμηση, κι εμείς, εμείς που είμαστε θεοί, δεν έχουμε τίποτα περισσότερο από έναν υψηλότερο βαθμό σ' ένα Τάγμα στο οποίο δεν γνωρί-ζουμε ποιοι είναι οι Ανώτεροι Άγνωστοι. Ο Θεός, που είναι 1. Antero de Quental: Πορτογάλος ποιητής (1842-1891) οτον οποίο ανα-φέρεται συχνά ο Πεσσόα.
Ο δεύτερος στη σειρά στσ φανερό Τάγμα, δεν μσυ λέει πσισς είναι ο αρχηγός του Τάγματος, ο μόνος που γνωρίζει - α ν γνωρίζει— τους Μυστικούς Αρχηγούς. Πόσες φορές ο Θε-ός δεν μου είπε: "Αδελφέ μου, δεν ξέρω ποιος είμαι". »Έχετε το πλεονέκτημα να είστε άνθρωποι, και μερικές φορές πιστεύω από τα βάθη της κούρασης μου απ' όλες αυ-τές τις αβύσσους ότι περισσότερο αξίζει η γαλήνη και η ει-ρήνη μιας οικογενειακής βραδιάς δίπλα στο τζάκι απ' όλη αυτή τη μεταφυσική των μυστηρίων στην οποία εμείς, θεοί και άγγελοι, είμαστε καταδικασμένοι από τη φύση μας. Όταν κάποιες φορές σκύβω πάνω από τον κόσμο, βλέπω μακριά να πλησιάζουν στο λιμάνι ή να απομακρύνονται τα πανιά από τα πλεούμενα των ψαράδων, και η καρδιά μου νιώθει τη φανταστική νοσταλγία μιας χώρας που ποτέ δεν γνώρισε. Μακάριοι όσοι κοιμούνται, στη ζωώδη ζωή τους — ένα ιδιάζον σύστημα ψυχής, μεταμφιεσμένο σε ποίηση και εικονογραφημένο με λέξεις». «Αυτή η συζήτηση υπήρξε πολύ ενδιαφέρουσα...» «Αυτή η συζήτηση είπατε, κυρία μου; Αλλά αυτή η συζή-τηση, ακόμη κι αν είναι ίσως το σημαντικότερο γεγονός της ζωής σας, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Κατά πρώτον, είναι γνωστό σε όλους ότι δεν υπάρχω. Κατά δεύτερον, σύμφωνα με τη γνώμη των θεολόγων, που με αποκαλούν Διάβολο, και
των ελεύθερων στοχαστών, που με αποκαλούν Αντίδραση, καμιά συζήτηση μαζί μου δεν μπορεί να είναι ενδιαφέρου-σα. Κυρία μου, είμαι ένας ταπεινός μύθος και, το χειρότερο, ένας ακίνδυνος μύθος. Το μόνο που με παρηγορεί είναι το γεγονός ότι το σύμπαν —ναι, αυτό το πράγμα που βρίθει διαφόρων μορφών φωτός και ζ ω ή ς - είναι επίσης μύθος. »Μου είπαν ότι όλα αυτά τα πράγματα μπορούν να διε-λευκανθούν υπό το φως της Καβάλλα και της Θεοσοφίας, αλλά πρόκειται για θέματα που δεν γνωρίζω καθόλου. Και ο Θεός, με τον οποίο κάποτε μίλησα γι' αυτά, μου είπε ότι ούτε κι αυτός τα καταλάβαινε καλά, γιατί πρόκειται για μυ-στήρια που βρίσκονται στην αποκλειστική κατοχή των μεγά-λων μυημένων της Γης — οι οποίοι, απ' ό,τι έχω διαβάσει σε βιβλία και εφημερίδες, είναι και ήταν ανέκαθεν πολλοί. »Εδώ, σ' αυτές τις ανώτερες σφαίρες απ' όπου δημιουρ-γήθηκε και πήρε μορφή ο κόσμος, εμείς, για να είμαστε ει-λικρινείς, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Σκύβω καμιά φορά πάνω από την απέραντη γη, ξαπλωμένος στην άκρη του υψι-πέδου που δεσπόζει των πάντων —του υψιυψι-πέδου του Όρους του Ερεδώμ, όπως άκουσα να το λένε — και κάθε φορά που σκύβω βλέπω νέες θρησκείες, νέες ανώτερες μυήσεις, νέες μορφές, όλες αντιφατικές, της αιώνιας αλήθειας που ούτε ο Θεός δεν γνωρίζει. »Σας ομολογώ ότι είμαι κουρασμένος από το Σύμπαν. Τόσο ο Θεός όσο κι εγώ θα βυθιζόμασταν ευχαρίστως σ'
έναν ύπνο που θα μας απελευθέρωνε από τις θεϊκές μας υ-ποχρεώσεις, τις οποίες δεν ξέρουμε πώς τις αναλάβαμε. Όλα είναι πιο μυστηριώδη απ' ό,τι νομίζουμε, κι όλα αυτά εδώ —ο Θεός, το Σύμπαν κι εγώ— δεν είναι παρά ένα ψεύ-τικο κομματάκι της απρόσιτης αλήθειας». «Δεν φαντάζεστε πόσο εκτιμώ την κουβέντα σας. Ποτέ δεν μου έχουν μιλήσει έτσι». Είχαν βγεί στο δρόμο που λουζόταν στο φεγγαρόφωτο. Εκείνη δεν το πρόσεξε. Έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Αλλά, ξέρετε —είναι περίεργο— αλήθεια, ξέρετε τελι-κά τι νιώθω;» «Τι;» ρώτησε ο Διάβολος. Γύρισε και τον κοίταξε με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. «Νιώθω μεγάλη λύπη για σας». Μια έκφραση αγωνίας, που κανείς δεν θα πίστευε πως θα μπορούσε να υπάρξει, φάνηκε στο πρόσωπο και τα μάτια του άντρα με τα κόκκινα. Άφησε ξαφνικά να πέσει το μπρά-τσο που αγκάλιαζε το δικό της. Εκείνη έκανε κάποια βήμα-τα, αμήχανη. Κατόπιν γύρισε πίσω για να πει κάτι —δεν ή-ξερε τι, γιατί δεν είχε καταλάβει τίποτα- να ζητήσει συγ-γνώμη για τη θλίψη που αισθάνθηκε ότι είχε προκαλέσει.
Έμεινε έκπληκτη. Ήταν ολομόναχη. Ναι, ήταν ο δρόμος της, το τέλος του δρόμου της, αλλά εκτός από την ίδια δεν υπήρχε κανείς άλλος. Οι λαμπρές ακτίνες του φεγγαριού φώτιζαν όχι την έξοδο του τρένου, αλλά τις δυο κλειστές πόρτες του γνωοτού σιδεράδικου. Όχι, εκτός από την ίδια δεν υπήρχε κανείς. Ήταν ο δρό-μος της μέρας ιδωμένος τη νΰχτα. Αντί για τον ήλιο, το φεγ-γαρόφωτο — τίποτε άλλο. Έ ν α φυσιολογικό φεγφεγ-γαρόφωτο, πολύ φωτεινό, που δεν επηρέαζε σε τίποτα τη συνηθισμένη όψη σπιτιών και δρόμων. Το αιώνιο φεγγαρόφωτο, κι εκεί-νη προχώρησε προς το σπίτι της.
τα εδώ...» «Και πώς ήρθες; Με τα πόδια;» «Όχι. Με αυτοκίνητο». «Αλήθεια! Δεν άκουσα τίποτα». «Δεν με έφεραν ως την πόρτα», είπε εκείνη χωρίς δι-σταγμό. «Με άφησαν στη γωνία. Εγώ τους ζήτησα να μη με συνοδέψουν μέχρι εδώ, γιατί ήθελα να περπατήσω αυτό το μικρό κομμάτι του δρόμου μ' ένα τόσο ωραίο φεγγαρόφωτο. Είναι τόσο ωραίο! Πάω να ξαπλώσω. Καληνύχτα...» Και βγήκε αλλά χωρίς να τον φιλήσει — χωρίς να του δώ-σει το συνηθισμένο φιλί που δεν ξέρουμε, όταν το δίνουμε, αν είναι συνήθεια ή φιλί. Κανείς τους δεν πρόσεξε ότι δεν είχαν φιληθεί. Το παιδί, ένα αγόρι που γεννήθηκε πέντε μήνες αργότε-ρα, αποδείχτηκε στην πορεία του χρόνου γενικώς, και στην
εξέλιξη της ανάπτυξης του ειδικώς, πολΰ ευφυές. Όταν πια έγινε άντρας, φάνηκε πώς επρόκειτο για ταλέντο, μπορεί και για ιδιοφυΐα, το οποίο ήταν μάλλον αλήθεια, αν και μό-νο ορισμέμό-νοι κριτικοί τάσσονταν υπέρ αυτής της άποψης. Ένας αστρολόγος που έκανε το ωροσκόπιό του του είπε πως είχε ωροσκόπο Καρκίνο και πλανήτη τον Κρόνο.
της μητέρας μπορούν να περάσουν στο παίδι. Υπάρχει κάτι που εμφανίζεται διαρκώς στα όνειρά μου και δεν μπορώ να το συσχετίσω με κάτι που να μου έχει συμβεί. Είναι η ανάμνη-ση ενός παράξενου ταξιδιού, όπου εμφανίζεται ένας άντρας με κόκκινα που μιλάει συνεχώς. Πρώτα βλέπω ένα αυτοκίνη-το, ύστερα ένα τρένο, και σ' αυτό το ταξίδι με το τρένο περ-νάμε από ένα γεφύρι πολύ ψηλό, που μοιάζει να δεσπόζει όλης της γης. Ύστερα βλέπω μια άβυσσο και μια φωνή που μιλάει για πολλά πράγματα, που, αν τα καταλάβαινα, θα 'μά-θαινα ίσως την αλήθεια. Μετά βγαίνουμε στο φως, ναι, στο φεγγαρόφωτο, σαν να βγαίναμε από ένα υπόγειο, και να 'μα-στέ ακριβώς εδώ στο τέλος του δρόμου... Α, αλήθεια, στο τέ-λος ή στην αρχή αυτής της ιστορίας βλέπω κάτι σαν χορό ή γιορτή, όπου εμφανίζεται αυτός ο άντρας με τα κόκκινα...» Η Μαρία ακούμπησε το εργόχειρο στα γόνατά της. Και γυρνώντας προς την Αντόνια, είπε: